*Γράφει η Μαρία Βλασοπούλου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια της Γραμμής 115 25 και του Συμβουλευτικού Κέντρου του Μαζί για το Παιδί

Μαρία Βλασοπούλου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια της Γραμμής 115 25 και του Συμβουλευτικού Κέντρου του Μαζί για το Παιδί
Το πώς θέτουμε όρια στα παιδιά είναι ένα ζήτημα που απασχολεί καθημερινά γονείς και εκπαιδευτικούς. Πότε χρειάζεται να επιμείνουμε σ’ έναν κανόνα; Πώς μπορούμε να ακούμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα του παιδιού, χωρίς να αφήνουμε τη συμπεριφορά του χωρίς καθοδήγηση; Και πώς μπορούν οικογένεια και σχολείο να συνεργάζονται με τρόπο που να βοηθά το παιδί να αναπτύσσει σταδιακά υπευθυνότητα και αυτονομία;
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην αυστηρότητα, ούτε στην απουσία ορίων. Τα παιδιά χρειάζονται ενήλικες που μπορούν να συνδυάζουν τη ζεστασιά και τη σύνδεση με τη σταθερότητα και τη σαφήνεια. Τα όρια αποτελούν μέρος αυτής της σχέσης και μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα σταθερό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το παιδί αισθάνεται ασφάλεια, μαθαίνει να συνυπάρχει με τους άλλους και αναπτύσσει σταδιακά την ικανότητα να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του.
Τι είναι τα όρια;
Τα όρια είναι οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε, τους ρόλους μας και ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές στο πλαίσιο μιας σχέσης. Βοηθούν το παιδί να κατανοήσει τι αναμένεται από εκείνο, τι επιτρέπεται και τι όχι, αλλά και πώς μπορεί να συνυπάρχει με τους άλλους.
Ένα όριο δεν αποτελεί από μόνο του τιμωρία. Μπορεί να είναι ένας τρόπος φροντίδας, προστασίας και καθοδήγησης. Στόχος του είναι σταδιακά το παιδί να αποκτήσει μεγαλύτερη ικανότητα αυτορρύθμισης και υπευθυνότητας. Η θετική γονεϊκότητα, επομένως, δεν σημαίνει απουσία ορίων. Σημαίνει ότι μπορούμε να αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του παιδιού, χωρίς να αποδεχόμαστε κάθε συμπεριφορά του.
«Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ θυμωμένος. Μπορείς να μου πεις ότι θυμώνεις, αλλά δεν μπορείς να με χτυπήσεις».
Όταν η ένταση κορυφώνεται, πρώτα ρυθμίζουμε και μετά συζητάμε
Ένα σημαντικό σημείο είναι πότε επιχειρούμε να θέσουμε ή να εξηγήσουμε ένα όριο. Τη στιγμή που ένα παιδί βρίσκεται σε μεγάλη συναισθηματική ένταση, δεν είναι συνήθως η κατάλληλη στιγμή για μακρές εξηγήσεις, διαπραγμάτευση ή προσπάθεια να κατανοήσει γιατί η συμπεριφορά του δεν ήταν σωστή. Αν υπάρχει κίνδυνος για το ίδιο ή για κάποιον άλλο, ο ενήλικας χρειάζεται να παρέμβει άμεσα και με σαφήνεια:
- «Δεν θα σε αφήσω να χτυπήσεις».
- «Σταματάμε τώρα. Θα το συζητήσουμε όταν ηρεμήσουμε».
Όταν η ένταση υποχωρήσει, μπορούμε να επιστρέψουμε στο περιστατικό, να ακούσουμε τι συνέβη, να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα και να συζητήσουμε το όριο και τις συνέπειες. Με απλά λόγια: πρώτα ασφάλεια και ρύθμιση, μετά συζήτηση και μάθηση (Verhagen et al., 2024).
Ποια όρια είναι αποτελεσματικά;
Τα όρια χρειάζεται να είναι:
- σαφή και συγκεκριμένα, ώστε το παιδί να γνωρίζει τι αναμένεται από εκείνο,
- σταθερά, χωρίς να αλλάζουν διαρκώς ανάλογα με τη διάθεση του ενήλικα,
- ρεαλιστικά και κατάλληλα για την ηλικία και το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού,
- ευέλικτα όταν οι συνθήκες το απαιτούν, χωρίς όμως να χάνεται το βασικό πλαίσιο,
- συνδεδεμένα, όπου χρειάζεται, με λογικές συνέπειες.
Η συνέπεια δεν χρειάζεται να είναι τιμωρία. Μπορεί να είναι μια προβλέψιμη και σχετική με τη συμπεριφορά συνέπεια, η οποία βοηθά το παιδί να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στις πράξεις και τα αποτελέσματά τους. Αντίθετα, οι προσβολές, οι χαρακτηρισμοί, η ταπείνωση και η σωματική τιμωρία δεν αποτελούν βοηθητικές πρακτικές διαπαιδαγώγησης (American Academy of Pediatrics, 2018; World Health Organization, 2023).
Η σχέση προηγείται του ορίου
Τα παιδιά είναι περισσότερο πιθανό να συνεργαστούν όταν αισθάνονται ότι ο ενήλικας τα ακούει και τα σέβεται. Αυτό δε σημαίνει ότι ο γονιός χρειάζεται να συμφωνεί με όλα όσα λέει το παιδί.
Μπορούμε να πούμε: «Ακούω αυτό που μου λες, ακόμη κι αν το όριο παραμένει».
Πριν αντιδράσουμε, είναι επίσης χρήσιμο να αναρωτηθούμε τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά. Κούραση, ματαίωση, ανάγκη για σύνδεση ή αυτονομία, δυσκολία στη ρύθμιση του συναισθήματος ή μια δεξιότητα που το παιδί δεν έχει ακόμη κατακτήσει μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε κάθε συμπεριφορά. Σημαίνει ότι προσπαθούμε να την κατανοήσουμε, ώστε η παρέμβασή μας να είναι πιο αποτελεσματική.
Τα όρια αλλάζουν καθώς το παιδί μεγαλώνει
Ένα όριο που είναι κατάλληλο για ένα μικρό παιδί δεν μπορεί να παραμένει ίδιο στην εφηβεία. Όσο το παιδί μεγαλώνει, χρειάζεται περισσότερος διάλογος, συμμετοχή στη διαμόρφωση των κανόνων, δυνατότητα επιλογών και, σταδιακά, περισσότερη αυτονομία. Στην εφηβεία, για παράδειγμα, η διαπραγμάτευση, ο σεβασμός της ιδιωτικότητας και του προσωπικού χώρου και η ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης γίνονται σημαντικότερα. Στόχος δεν είναι ο έλεγχος του εφήβου, αλλά η σταδιακή μετάβαση από την εξωτερική καθοδήγηση στην αυτορρύθμιση (Soenens et al., 2007; Li et al., 2019).
Όρια και στο σχολείο: Oικογένεια και εκπαιδευτικοί στην ίδια πλευρά
Η συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν ένας εκπαιδευτικός επισημαίνει μια δυσκολία στη συμπεριφορά ενός παιδιού, ο γονιός δεν χρειάζεται ούτε να θεωρήσει αυτόματα ότι ο εκπαιδευτικός έχει δίκιο, ούτε να σπεύσει να υπερασπιστεί το παιδί, απορρίπτοντας όσα έχουν συμβεί.
Μπορεί να ξεκινήσει με μια απλή στάση διερεύνησης: «Θα ήθελα να ακούσω τι συνέβη και από τη δική σας πλευρά, αλλά και να ακούσω το παιδί».
Η προστασία και η στήριξη του παιδιού είναι μια κοινή προσπάθεια. Γονείς και εκπαιδευτικοί έχουν διαφορετικούς ρόλους, αλλά μπορούν να συμβάλλουν συμπληρωματικά στη δημιουργία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντος για το παιδί. Η καλή επικοινωνία και η συνεργασία ανάμεσα στην οικογένεια και το σχολείο αποτελούν σημαντικό παράγοντα προστασίας. Όταν υπάρχει διάθεση για επικοινωνία, αμοιβαία κατανόηση και κοινή προσπάθεια, το παιδί έχει περισσότερες ευκαιρίες να αισθάνεται ασφάλεια, να εκφράζει τις ανάγκες του και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που προκύπτουν στην καθημερινότητά του. Η ενίσχυση της συνεργασίας οικογένειας και σχολείου είναι σημαντικό μέρος της φροντίδας και της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών (Christenson & Sheridan, 2001; Epstein et al., 2018).
Μερικές χρήσιμες κατευθύνσεις
Όταν χρειάζεται να θέσουμε ένα όριο, μπορούμε να θυμόμαστε:
- Μιλάμε ήρεμα, σύντομα και συγκεκριμένα.
- Σταματάμε άμεσα μια συμπεριφορά που θέτει κάποιον σε κίνδυνο.
- Αναγνωρίζουμε το συναίσθημα, χωρίς να αποδεχόμαστε την επιθετική ή προσβλητική συμπεριφορά.
- Αποφεύγουμε χαρακτηρισμούς όπως «είσαι κακό παιδί» και εστιάζουμε στη συμπεριφορά.
- Σε μεγάλη ένταση, αποφεύγουμε τις μακρές εξηγήσεις και επιστρέφουμε στη συζήτηση αργότερα.
- Όταν χρειάζεται συνέπεια, αυτή να είναι προβλέψιμη και να συνδέεται με τη συμπεριφορά.
- Ενισχύουμε τις συμπεριφορές που θέλουμε να βλέπουμε περισσότερο.
- Θυμόμαστε ότι ο στόχος δεν είναι να «κερδίσει» ο ενήλικας μια αντιπαράθεση, αλλά να βοηθήσει το παιδί να μάθει μια δεξιότητα.
Τέλος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ούτε οι γονείς, ούτε οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να είναι τέλειοι. Μπορούν να αναγνωρίσουν ένα λάθος, να ζητήσουν συγγνώμη και να επανασυνδεθούν με το παιδί. Η αποκατάσταση μιας δύσκολης στιγμής αποτελεί και η ίδια σημαντικό μάθημα για το παιδί.
Τα όρια δεν χρειάζεται να μπαίνουν απέναντι στη σχέση. Μπορούν να λειτουργούν μέσα στη σχέση. Το παιδί χρειάζεται έναν ενήλικα που μπορεί να του μεταφέρει ταυτόχρονα δύο μηνύματα: «Σε ακούω και σε σέβομαι» και «υπάρχουν όρια που προστατεύουν εσένα και τους άλλους». Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη ζεστασιά και τη σταθερότητα είναι ίσως πιο κοντά στην ουσία της θετικής διαπαιδαγώγησης απ’ ό,τι η επιλογή ανάμεσα στην αυστηρότητα και την απουσία ορίων.
Διαβάστε επίσης
Έρχεται το τέλος του gentle parenting; Τα παιδιά θέλουν όρια, λένε οι ειδικοί
Γονείς: 3 καθημερινές συμπεριφορές που πληγώνουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού
H μαγική φράση που μπορεί να ηρεμήσει ένα θυμωμένο παιδί ή έναν οργισμένο έφηβο