Για έναν άνθρωπο που ζει με μια χρόνια πάθηση, η θεραπεία αποτελεί συχνά καθημερινή υποχρέωση: χάπια σε συγκεκριμένες ώρες, διαφορετικές οδηγίες και συνεχής μέριμνα ώστε να μη χαθεί κάποια δόση. Οι θεραπείες μακράς δράσης αλλάζουν ήδη αυτή την καθημερινότητα σε ορισμένες παθήσεις, επιτρέποντας τη χορήγηση φαρμάκων με διαστήματα εβδομάδων ή μηνών.

Σε άρθρο τους στο The Conversation, η Catherine Unsworth, μεταδιδακτορική ερευνήτρια Χημείας, και ο Steve Rannard, καθηγητής Χημείας και συνδιευθυντής του Κέντρου Αριστείας για Θεραπείες Μακράς Δράσης στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, εξηγούν πώς αυτή η προσέγγιση μπορεί να διευκολύνει τη συνεπή τήρηση μιας αγωγής. Τονίζουν, βέβαια, ότι η καταλληλότητά της εξαρτάται από τη νόσο, το φάρμακο και τις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Πώς διαρκεί περισσότερο μια δόση

Τα εν λόγω σκευάσματα έχουν σχεδιαστεί ώστε η δραστική ουσία να παραμένει διαθέσιμη στον οργανισμό για παρατεταμένο διάστημα. Η σταδιακή απελευθέρωσή της επιτρέπει, σε ορισμένες θεραπείες, τη χορήγηση μία φορά τον μήνα, κάθε λίγους μήνες ή ακόμη και ανά εξάμηνο.

Όπως εξηγούν οι συγγραφείς, η αξία αυτής της δυνατότητας γίνεται πιο εμφανής όταν η αγωγή είναι σύνθετη. Ένας ασθενής μπορεί να χρειάζεται πολλά φάρμακα ή επαναλαμβανόμενες δόσεις μέσα στην ημέρα. Άλλοτε ξεχνά μια λήψη, άλλοτε διακόπτει επειδή αισθάνεται καλύτερα ή δυσκολεύεται με τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η απλούστευση του προγράμματος μπορεί να περιορίσει ορισμένα από αυτά τα εμπόδια, μειώνοντας την πιθανότητα να παραλειφθούν δόσεις.

Το παράδειγμα του ιού HIV

Η πρόληψη και η θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV αποτελούν δύο διακριτές εφαρμογές της αναφερόμενης προσέγγισης. Στην Αγγλία, η ενέσιμη καβοτεγκραβίρη μακράς δράσης αποτελεί επιλογή προφύλαξης πριν από την έκθεση στον ιό, γνωστής ως PrEP, για συγκεκριμένα άτομα υψηλού κινδύνου που δεν μπορούν να λάβουν την αντίστοιχη αγωγή από το στόμα. Μετά τις αρχικές δόσεις, χορηγείται κάθε δύο μήνες, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο βρετανικός οργανισμός αξιολόγησης θεραπειών NICE.

Για τη θεραπεία ανθρώπων που ήδη ζουν με HIV, χρησιμοποιείται διαφορετικό σχήμα: καβοτεγκραβίρη σε συνδυασμό με ριλπιβιρίνη. Ο Οργανισμός συνιστά το σχήμα για επιλεγμένους ενήλικες που έχουν ήδη επιτύχει καταστολή του ιού με σταθερή αντιρετροϊκή αγωγή και πληρούν πρόσθετα κριτήρια, μεταξύ άλλων σχετικά με την αντοχή στα φάρμακα. Οι ενέσεις μπορούν να χορηγούνται κάθε δύο μήνες, προσφέροντας στους κατάλληλους ασθενείς μια εναλλακτική στην καθημερινή λήψη δισκίων.

Λιγότερες δόσεις, αλλά διαφορετικές απαιτήσεις

Η αραιότερη χορήγηση δεν είναι εξίσου βολική για όλους. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, το κόστος, η πρόσβαση σε μονάδες υγείας και η δυνατότητα τήρησης των προγραμματισμένων ραντεβού επηρεάζουν το κατά πόσο μια τέτοια αγωγή είναι πρακτική.

Παράλληλα, ορισμένοι προτιμούν τα δισκία, επειδή προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία όταν χρειάζεται αλλαγή ή διακοπή της αγωγής με ιατρική καθοδήγηση. Στα σκευάσματα μακράς δράσης, η έκθεση στο φάρμακο συνεχίζεται για παρατεταμένο διάστημα, ακόμη κι αν αποφασιστεί να μη χορηγηθεί επόμενη δόση.

Γι’ αυτό οι ειδικοί τονίζουν ότι η προτίμηση του ασθενούς αποτελεί βασικό μέρος της απόφασης. Η αποτελεσματικότητα ενός σκευάσματος χρειάζεται να συνδυάζεται με ένα πρόγραμμα που ο άνθρωπος μπορεί και επιθυμεί να ακολουθήσει.

Σε κάθε περίπτωση, δεν «προβλέπουν» την αντικατάσταση κάθε χαπιού ή εισπνεόμενου φαρμάκου. Όμως, για τους κατάλληλους ασθενείς ενδέχεται να μειώσουν την καθημερινή επιβάρυνση της αγωγής και να διευκολύνουν τη συνεπή τήρησή της.

Διαβάστε επίσης 

Έρχονται 12 νέα φάρμακα για άσθμα, καρκίνο και ρευματοειδή αρθρίτιδα – Ποιες άλλες νόσους αφορούν

Από 365 χάπια τον χρόνο σε 52: Η νέα θεραπεία για τον HIV που μπορεί να αντικαταστήσει την καθημερινή αγωγή

Η PrEP ήρθε στην Ελλάδα και έφερε ελπίδα για ένα μέλλον χωρίς HIV – Τι προσφέρει και ποιους αφορά