*Γράφει ο κ. Γιώργος Καραγιάννης, δημοσιογράφος
Πραγματικά το πίστευα ότι είμαι άτρωτος. Εφόσον γυμναζόμουν τακτικά, τι ζημιά θα μπορούσε να μου κάνει το ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα; Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Την ώρα, λοιπόν, που έπαθα την ανακοπή, κατάλαβα ότι πεθαίνω. “Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι τέλειωσα. Είναι πολύ άδικο!”, σκεφτόμουν.
Το πρώτο “καμπανάκι” χτύπησε στη διάρκεια της πανδημίας. Όταν ήρθε η σειρά μου να κολλήσω τον ιό, διαπίστωσα ότι μετά βίας μπορούσα να διανύσω την απόσταση σπίτι- σούπερ μάρκετ. “Περικαρδίτιδα”, είπε ο γιατρός, ο οποίος, με δεδομένο το “βαρύ” οικογενειακό ιστορικό, πρότεινε να παρακολουθούμαι σε τακτική βάση. Όπως και έγινε. Παρότι τον αμφισβήτησα, όπως και το πόρισμά του ότι “αν δεν είχες εμβολιαστεί, θα είχες πεθάνει”. “Καλά”, απάντησα γελώντας ειρωνικά. Στα 46 μου, δεν αισθανόμουν ακριβώς με το… ένα πόδι στον τάφο. Από εκεί και μετά, όμως, όλα εξελίχθηκαν σαν να βρισκόμουν σε ένα τρελό ρόλερ κόστερ, πάνω στο οποίο δεν είχα κανέναν έλεγχο.
Από καρδιολόγο σε καρδιολόγο, όλοι συμφωνούσαν στο ίδιο συμπέρασμα: Έχει πάθει ζημιά η αορτική βαλβίδα. Κάποια στιγμή, έλεγαν, θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Ούτε να το ακούσω δεν ήθελα.
Στο μεταξύ, κατέρρεα σιγά- σιγά και δεν το καταλάβαινα. Οι γύρω μου, όμως, το έβλεπαν. Μαύροι κύκλοι στα μάτια, διαρκής κόπωση, το πρόσωπό μου είχε μια χλωμή όψη. Κοιμόμουν δεκάωρα και φαινόμουν σαν να είμαι εντελώς άυπνος. Και οι αντοχές μου, σε όλα τα επίπεδα, υποχωρούσαν. Όταν επέστρεφα στο σπίτι, “χυνόμουν” στον καναπέ, αδυνατώντας να κάνω οτιδήποτε άλλο. Και, περιέργως, ο γάτος μου ανέβαινε στο στήθος μου, κάλυπτε το σημείο της καρδιάς με το σώμα του και γουργούριζε ασταμάτητα. Όσες φορές και αν τον έδιωχνες, επέστρεφε και έκανε το ίδιο.
Το τέλος
Μέχρι εκείνες τις μέρες. Ήταν οι μέρες που είχε “ξυπνήσει” το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Είχα αναλάβει αυτό το θέμα, αλλά αδυνατούσα να το φέρω εις πέρας. Αισθανόμουν πολύ αδύναμος, ακόμα και να συντάξω μια πρόταση. Στην τελευταία επίσκεψή μου στον καρδιολόγο μου, τον κ. Ηλιόπουλο, ημέρα Τετάρτη, όταν του είπα για την κόπωση και τους πόνους που είχα στον αριστερό ώμο, αλλά και στο στήθος, έκλεισε με αποφασιστικότητα τους φακέλους που είχε ανοιχτούς μπροστά του και μου είπε με ύφος που δε σήκωνε αμφισβήτηση:
– Πηγαίνεις σε καρδιοχειρουργό.
–Εντάξει, κάποια στιγμή θα το κανονίσω, έχω δουλειά, απάντησα.
–Δεν κατάλαβες. Πηγαίνεις ΤΩΡΑ! Αν όχι σήμερα, αύριο. Έφτασε η ώρα της επέμβασης.
Το “πόρισμα” αυτό, το ανέφερα σε έναν δικό μου άνθρωπο, ο οποίος, γνωρίζοντας τον αναβλητικό μου χαρακτήρα, μου πρότεινε έναν καρδιοχειρουργό που γνώριζε ότι είναι καλός. “Πήγαινε να τον δεις και πήγαινε να δεις και άλλους. Διάλεξε τον καλύτερο και αυτόν που σου ταιριάζει”, μου είπε. Και όντως. Έκανα μια λίστα με γιατρούς που μου πρότειναν φίλοι και γνωστοί και σχεδίασα να τους δω.
Την ίδια βραδιά, πήγα στον πρώτο.
Δρ Χριστόφορος Κωτούλας. Τον κάλεσα και μου είπε να περάσω από το ιατρείο του. “Κλείνουμε φύλλο, έχω δουλειά”, του είπα. Επέμεινε. Δέχτηκε να με δει όποια ώρα με βόλευε. Πήγα ως τελευταίο ραντεβού του και μάλιστα τον έστησα. Μου έκανε εντύπωση η ψυχραιμία του.
Όταν άνοιξε η πόρτα του ιατρείου του, είδα τον (πανύψηλο, παρεμπιπτόντως, αφού έχει ύψος πάνω από δύο μέτρα) γιατρό, ο οποίος είναι διακεκριμένος χειρουργός στο 401 ΣΝ και στο Metropolitan General. Χαιρετηθήκαμε και με ρώτησε δύο τρία πραγματάκια, τα πολύ τυπικά. Περισσότερο κατάλαβα ότι προσπαθούσε να με “μετρήσει” διανοητικά και ψυχολογικά. Έκανε ερωτήσεις που μου φαίνονταν άσχετες και περιττές και, άπλωσε το χέρι του και έβαλε το δάχτυλό του στο λαιμό μου, στην καρωτίδα μου. Τις τελευταίες ημέρες, την αισθανόμουν να πάλλεται.
Είναι Παρασκευή. Συναντιόμαστε ξανά με τον Κωτούλα, αυτή τη φορά για εξετάσεις. Μου εξηγεί ότι πρέπει να κάνω εισαγωγή άμεσα και να εγχειριστώ, μου μιλά για το πρόβλημά μου, για τις επιλογές που έχω σε ό,τι αφορά την επέμβαση και την αλλαγή βαλβίδας. “Τρελός παπάς σε βάφτισε. Έχω δουλειά, δεν θέλω να λείψω για βλακείες”, του λέω, μη έχοντας επίγνωση της κατάστασης. “Πρέπει να κόψεις το κάπνισμα. Άμεσα”, μου λέει. “Το ξέρω”, απαντώ. “Το κακό είναι ότι δεν μπορώ. Είμαι απόλυτα εξαρτημένος και δεν έχω τη δύναμη”. Υπόσχεται ότι θα με βοηθήσει. Μου ζητά να υποσχεθώ ότι “θα είμαι ήσυχος” το Σαββατοκύριακο και κλείνουμε ραντεβού για νέες εξετάσεις, τη Δευτέρα. Στο μεταξύ, βλέπω και άλλους γιατρούς. Κάποιοι μου ζητούν να κάνω εισαγωγή άμεσα. Μια γιατρός, σε ένα ιατρικό κέντρο, αφού με εξετάζει, μου λέει: “Αυτό δεν το έχω ξανακάνει στη ζωή μου: Είσαι νέος άνθρωπος. Έχεις τεράστια ζημιά. Μπες σε ένα νοσοκομείο. Είναι κρίμα να πεθάνεις”!
Το Σαββατοκύριακο περνά ήσυχα, αλλά και παράξενα. Το απόγευμα της Κυριακής, η Άννυ, η σύζυγός μου, έχει βάλει μουσική και χορεύει. Μου ζητά να χορέψουμε μαζί. Στα πρώτα δύο λεπτά, είμαι κατάκοπος και ζητώ επειγόντως ένα καρεκλάκι για να καθίσω, ώστε να μη λιποθυμήσω.
Τη Δευτέρα, ο γιατρός με ανησυχία που προσπαθεί να κρύψει, με καλεί στο τηλέφωνο. “Μην ξεχάσεις το ραντεβού μας”. Το ίδιο και ο αδερφός μου. Όση ώρα πηγαίνω, με το αυτοκίνητο προς το νοσοκομείο, αρνείται να μου κλείσει το τηλέφωνο. Και, όταν φτάνω, βρίσκω να παρκάρω ακριβώς μπροστά στην είσοδο! “Σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα”, σκέφτομαι. Ανάβω ένα τσιγάρο καθώς κλειδώνω και τραβάω δυο – τρεις βιαστικές τζούρες πριν περάσω την είσοδο. Δε φανταζόμουν ότι θα ήταν και οι τελευταίες μου. Το πακέτο με τα τσιγάρα, μαζί με το κινητό και άλλα αντικείμενα, τα δίνω στους γονείς μου, που με περιμένουν εκεί.
Και ξεκινά η αξονική στεφανιογραφία για να δούμε (λεπτομερώς) τι συμβαίνει στην καρδιά μου.
Ο Κωτούλας είναι “μέσα” σε έναν χώρο με άλλους γιατρούς και από πάνω μου είναι ο Δρ Διονύσης Αχτύπης, μαζί με άλλους γιατρούς και νοσηλευτές. Όλα πηγαίνουν καλά, κάνουμε πλάκα με τους γιατρούς και γενικά υπάρχει καλό κλίμα, αφού προσπαθώ κι εγώ να τους βοηθήσω να είναι χαλαροί και αυτοί το ίδιο για εμένα. Μετά από αρκετή ώρα, καθώς παρατηρούν τη βλάβη στη βαλβίδα, αισθάνομαι έναν οξύ πόνο στο στήθος, στην καρδιά. Σαν κάποιος να έχει βάλει ένα μαχαίρι στο σημείο και να το πιέζει. Όσο περνά η ώρα, ο πόνος οξύνεται.
“Είναι φυσιολογικό να πονάω;”, ρωτάω. Οι γιατροί μου απαντούν πως “όχι” και με ρωτούν αν έχω αγχωθεί. Απαντώ αρνητικά και τους λέω ότι ο πόνος οξύνεται. Στο μεταξύ ακούω τον Κωτούλα να τρέχει και κάτι να λέει στον Αχτύπη. Με καθησυχάζουν. Ο πόνος όμως γίνεται αφόρητος. Πραγματικά αφόρητος. Δεν έχω νιώσει κάτι τέτοιο ξανά.
Καθώς ο πόνος προχωρά σε σημείο που δεν είναι ανεκτός πια, αισθάνομαι κάτι πολύ περίεργο. Ένα σκοτεινό, κατάμαυρο πέπλο να απλώνεται πάνω μου. Το “βλέπω” να ξεκινά από τα πόδια μου και να προχωρά προς τα πάνω. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά καταλαβαίνω ότι θα πεθάνω. “Όχι, είναι άδικο. Είναι πολύ νωρίς ακόμα”, σκέφτομαι.
“Παιδιά κάντε κάτι, πεθαίνω. Δεν υπερβάλλω. Φεύγω”, λέω στους γιατρούς. Η απάντηση είναι σοκαριστική. “Το ξέρουμε, το βλέπουμε, μην ανησυχείς”. Ακούω τον Κωτούλα να ζητά ησυχία. Η φωνή του έχει έναν παράξενο φόβο. Καταλαβαίνω ότι το παιχνίδι έχει χαθεί. Ο πόνος είναι τέτοιος που τεντώνομαι πέρα από τα όρια της αντοχής μου. Αισθάνομαι κάτι να σπάει στον αυχένα μου, αλλά είναι πολύ μικρό για να με “αποσπάσει”. Καταλαβαίνω ότι είναι τα τελευταία μου, επίπονα δευτερόλεπτα σε αυτό τον κόσμο. Παρακαλάω για μια παράταση. Μάταια. Το μαύρο πέπλο συνεχίζει να ανεβαίνει, όπως όταν ήμουν παιδί και η μαμά με σκέπαζε για να κοιμηθώ, τον χειμώνα. “Είναι πολύ άδικο”, σκέφτομαι. “Ο πόνος θα σταματήσει. Είμαστε εδώ”. Κάποιος μου κρατάει το χέρι. Και μετά, σκοτάδι. Ποιος ξέρει; Ίσως το “μετά” να μοιάζει με τον γλυκό, βαθύ ύπνο που μας έπαιρνε παιδιά, στην αγκαλιά της μαμάς, τα πόδια του μπαμπά, το παιδικό μας κρεβατάκι…
Η Ανάσταση
Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να ανοίγω τα μάτια μου, στην ίδια αίθουσα και να αισθάνομαι σαν να έχει περάσει… μπουλντόζα από πάνω μου. Το πρώτο πρόσωπο που βλέπω, είναι του Κωτούλα. “Είσαι τρομερά τυχερός. Αν δεν ήσουν εδώ, δεν υπήρχε περίπτωση να επανέλθεις. Σχεδόν μηδένισες… οι σφυγμοί σου… έφυγες και ξαναήρθες”. Ο Αχτύπης χαμογελά και μου λέει ότι η οικογένειά μου έχει ενημερωθεί. Ζητάω το κινητό μου και προσπαθώ να καθησυχάσω τη σύζυγό μου. Μάταια. Μέσα στην παραζάλη (από τη μορφίνη), καλώ μια φίλη μου. “Μαρίνα, άκου, έχω πάθει έμφραγμα, ανακοπή, όλα μαζί. Πήρα να σε ενημερώσω ότι ΔΕΝ θα κόψω το κάπνισμα”!
Με ενημερώνουν ότι θα μπω στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Τονίζω ότι πρέπει να ενημερώσουν πως δεν θα μπορέσω να εργαστώ. Μετά, σκοτάδι ξανά.
Ξυπνάω στη ΜΕΘ του νοσοκομείου. Είμαι άνετα, είναι η αλήθεια. Το επόμενο διήμερο περνά με μικρές “διακοπές” του ύπνου από τους γιατρούς που επισκέπτονται, τους εντατικολόγους και τους νοσηλευτές που με “τσεκάρουν” και προσπαθούν να με κάνουν να νιώσω άνετα. Μέχρι τη μέρα της επέμβασης.
Με κατεβάζουν στο χειρουργείο, ενώ ακούω γύρω μου ότι ζητούν για αίμα. Μου δείχνουν, κάνοντας μια εξαίρεση, το κινητό μου, όπου φαίνεται η κινητοποίηση των συναδέλφων μου στο ΘΕΜΑ για να βρεθεί. Περιμένεις από την οικογένεια, από τους φίλους και τελικά βρίσκεις και καινούρια οικογένεια. Άγνωστοι, μέχρι πρότινος άνθρωποι που τρέχουν πρόθυμα να δώσουν το αίμα τους για σένα.
Στο χειρουργικό κρεβάτι, το τελευταίο που θυμάμαι είναι τον αναισθησιολόγο να γελά και να μετρά αντίστροφα ως απάντηση στο “δε με παίρνει ο ύπνος ευκ”… Δεν θυμάμαι τίποτα από την επέμβαση. Δε νιώθω τίποτα και θυμάμαι μόνο κάποια όνειρα ότι τρέχω. Σε κάποια από αυτά… κλώτσησα τους γιατρούς, μου λένε αργότερα.
Ξέρεις πώς είναι να σε έχουν κόψει με ηλεκτρικό πριόνι στη μέση και μετά να σε έραψαν με σύρμα; Ε, αυτό είναι μια ήπια περιγραφή του πόνου. Και, για τους καπνιστές, υπάρχει μια διαδικασία που συμβαίνει, συνήθως. Ο οργανισμός αποβάλλει τη βλέννα από τα πνευμόνια με έναν βήχα. Για να μη σπάσουν τα ράμματα, την ώρα του βήχα και καθώς ο ασθενής πνίγεται, κάποιος πρέπει να κρατά στη θέση του το στέρνο με μια πετσέτα. Ο δε βήχας, μοιάζει σαν να σου ξύνουν το εσωτερικό των πνευμόνων με μια τσουγκράνα.
Δεν θα κρυφτώ. Την ώρα αυτής της διαδικασίας, ο πόνος ήταν τέτοιος που σκέφτηκα ότι δεν αντέχω. Σκέφτηκα ότι θα προτιμούσα να φύγω, να μη ζήσω άλλο. Τώρα σκέφτομαι ότι θα είναι κάπως βλακώδες να ξανακαπνίσω, εάν είναι να ξαναπεράσω κάτι παρόμοιο. Δεν πονούσε μόνο το στήθος. Πονούσε και το αριστερό πόδι, από το οποίο “δανείστηκαν” αρτηρία οι γιατροί.
Η αποθεραπεία από μια επέμβαση αντικατάστασης αορτικής βαλβίδας και τριπλού bypass, μετά από μια παραλίγο θανατηφόρα ανακοπή, δεν είναι αστείο πράγμα. “Ο Λάζαρος”, έλεγαν κάποιες νοσηλεύτριες όταν με έβλεπαν. Με επιμονή, υπομονή, ανταλλαγή δύναμης με τον φίλο μου τον Κότζι που μοιραστήκαμε τον θάλαμο του νοσοκομείου, κατάφερα να βγω. Και να συνεχίσω την επιστροφή μου στο σπίτι. Ήταν σαν να ξαναγεννιέμαι.
Η ατέλειωτη αναμονή πριν μου “επιτραπεί” να ξαναοδηγήσω (χόμπι που λατρεύω), πριν ξανακάνω ποδήλατο, πριν ξανακάνω μονόζυγο, πριν καταφέρω να ξανακάνω μπάνιο στη θάλασσα, πριν ξαναγράψω το πρώτο μου κείμενο, ήταν πιο βασανιστική από τους πόνους και από την ιδέα ότι παίρνεις καμιά εικοσαριά χάπια τη μέρα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Στο τέλος τέλος, από μια τέτοια περιπέτεια, μαθαίνεις να εκτιμάς τα μικρά και τα μεγάλα πράγματα της ζωής. Το γαλάζιο του ουρανού που θαυμάζεις στο καθημερινό (πια) περπάτημα, τον ήχο της θάλασσας, το κούνημα της ουράς του Φρου (το σκυλάκι μου), το γουργουρητό του Πίκατσου (το γατάκι μου), αλλά και το χαμόγελο της αγαπημένης μου, οι φωνές των αγαπημένων ανθρώπων μου. Οι ευχαριστίες στους φύλακες- αγγέλους μου είναι δεδομένες. Προτιμότερη είναι όμως η ευχή να μην πάει χαμένη ούτε μια μέρα μας….
Διαβάστε επίσης
30χρονος πέθανε ξαφνικά από σπάνιο καρδιακό σύνδρομο
Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος: «Χτυπά» όλο και περισσότερους νέους – Τα ύποπτα συμπτώματα
Εθνική στρατηγική 6 σημείων για τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο ζητά η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία