Δύο άνθρωποι μπορεί να είναι και οι δύο 70 ετών και, παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση της υγείας τους να διαφέρει σημαντικά. Ο ένας μπορεί να ζει με ελάχιστα προβλήματα, ενώ ο άλλος να αντιμετωπίζει πολλές χρόνιες παθήσεις και αυξημένες ανάγκες φροντίδας. Αυτή η απόσταση φαίνεται, μάλιστα, να μεγαλώνει όσο προχωρά η ηλικία, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Population Ageing και ανέλυσε δεδομένα από 238.156 ενήλικες στις ΗΠΑ.
Το εύρημα προσθέτει μια διαφορετική διάσταση στη συζήτηση για τη γήρανση, καθώς επισημαίνεται ότι δεν έχει σημασία μόνο το ότι οι χρόνιες παθήσεις γίνονται συχνότερες με τα χρόνια, αλλά και το ότι οι άνθρωποι της ίδιας ηλικίας γίνονται όλο και πιο ανόμοιοι από άποψη υγείας.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές εξέτασαν ηλεκτρονικά αρχεία υγείας από τέσσερα συστήματα υγείας, δύο στο Σικάγο και δύο στη Νέα Υόρκη, τα οποία εξυπηρετούν κυρίως πληθυσμούς χαμηλού εισοδήματος.
Για να εκτιμήσουν το συνολικό φορτίο νοσηρότητας, χρησιμοποίησαν τον ενισχυμένο δείκτη συννοσηρότητας Charlson, ένα εργαλείο που λαμβάνει υπόψη έως και 39 διαφορετικές χρόνιες παθήσεις, σταθμίζοντάς τες ανάλογα με τη σοβαρότητά τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, όσο αυξανόταν η ηλικία, αυξανόταν και ο μέσος αριθμός και η βαρύτητα των χρόνιων νοσημάτων.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα, όμως, ήταν άλλο: με αντίστοιχο ρυθμό αυξανόταν και η διακύμανση μέσα στην ίδια ηλικιακή ομάδα. Με άλλα λόγια, όσο γερνούν οι άνθρωποι, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να περιγραφεί η υγεία τους με βάση έναν απλό «μέσο όρο».
Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή πολλά μοντέλα υγειονομικού σχεδιασμού στηρίζονται ακριβώς στην ηλικία. Ένα σύστημα υγείας μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρεί ότι ένας «τυπικός» 70χρονος έχει συγκεκριμένες ανάγκες και να οργανώνει ανάλογα το προσωπικό, τις υπηρεσίες και τους διαθέσιμους πόρους. Η νέα μελέτη δείχνει ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι υπερβολικά απλουστευμένη.
Στις μεγαλύτερες ηλικίες, η διαφορά ανάμεσα σε δύο συνομηλίκους μπορεί να είναι πολύ μεγάλη. Ο ένας μπορεί να έχει ελάχιστες χρόνιες παθήσεις, ενώ ο άλλος να ζει με πολυνοσηρότητα και σύνθετες ανάγκες φροντίδας. Γι’ αυτό και οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τόσο η κλινική πράξη όσο και η πολιτική υγείας θα πρέπει να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη την ετερογένεια της γήρανσης.
Σε ένα από τα τέσσερα συστήματα υγείας, οι ερευνητές παρατήρησαν μάλιστα μείωση τόσο του μέσου φορτίου νοσημάτων όσο και της διακύμανσης μετά περίπου την ηλικία των 65 ετών. Οι ίδιοι εκτιμούν ότι το εύρημα μπορεί να σχετίζεται με το γεγονός ότι οι πιο επιβαρυμένοι ασθενείς ενδεχομένως παύουν να εμφανίζονται στα ενεργά αρχεία λόγω εισαγωγής σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας ή λόγω θανάτου, χωρίς όμως να μπορούν να το επιβεβαιώσουν.
Τι σημαίνει για την ιατρική φροντίδα
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η χρονολογική ηλικία δεν αρκεί για να περιγράψει την κατάσταση της υγείας ενός ανθρώπου. Η αξιολόγηση ενός ηλικιωμένου χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό φορτίο χρόνιων νοσημάτων, τη λειτουργικότητά του και τις εξατομικευμένες ανάγκες του και όχι μόνο τον αριθμό των ετών του.
Το ίδιο ισχύει και για τον σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας. Όσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής και μεγαλώνει ο αριθμός των ηλικιωμένων, η αντιμετώπισή τους ως μιας ενιαίας, ομοιογενούς ομάδας μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις για τις πραγματικές ανάγκες φροντίδας.
Η νέα έρευνα, επομένως, επιβεβαιώνει κάτι που η κλινική πράξη συχνά δείχνει ήδη: Η ηλικία μπορεί να είναι ίδια, αλλά η βιολογική και ιατρική πραγματικότητα πίσω από αυτήν μπορεί να διαφέρει δραματικά.
Διαβάστε επίσης
Ανισότητες στην Υγεία: 8 στους 10 θεωρούν υψηλή τη συμμετοχή τους σε φάρμακα και εξετάσεις
Ποιοι πολίτες έχουν περισσότερα χρόνια νοσήματα και δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας
Η ελληνική οικογένεια εξακολουθεί να στηρίζει τους χρόνιους ασθενείς – Έρευνα του ΙΟΒΕ