Η κατοικία κοντά σε ένα πρατήριο καυσίμων μπορεί να σημαίνει καθημερινή έκθεση σε ρύπους που απελευθερώνονται κατά τον ανεφοδιασμό των οχημάτων και την πλήρωση των δεξαμενών. Το ερώτημα κατά πόσο αυτές οι εκπομπές μπορούν να επηρεάσουν μακροπρόθεσμα την υγεία των κατοίκων απασχολεί όλο και περισσότερο την επιστημονική κοινότητα.
Νέα μελέτη στρέφει το ενδιαφέρον στις οικογένειες που ζουν σε μικρή απόσταση από πρατήρια υγρών καυσίμων, καταγράφοντας αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στα παιδιά. Η συσχέτιση ήταν εντονότερη όσο μειωνόταν η απόσταση ανάμεσα στην κατοικία και το πρατήριο καυσίμων.
Ειδικότερα, η διαμονή σε απόσταση έως 250 μέτρων από πρατήριο συνδέθηκε με αυξημένη πιθανότητα παιδικού καρκίνου, ενώ ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος για τα παιδιά που κατοικούσαν σε ακτίνα μικρότερη των 100 μέτρων.
Ο ρόλος του βενζολίου
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται το βενζόλιο, ουσία που περιέχεται στη βενζίνη και είναι γνωστή για την καρκινογόνο δράση της, καθώς και για τη σύνδεσή της με τη λευχαιμία.
Το βενζόλιο μπορεί να απελευθερωθεί στο περιβάλλον κατά τον ανεφοδιασμό των οχημάτων, αλλά και κατά τη μεταφορά καυσίμων στις υπόγειες δεξαμενές των πρατηρίων. Οι ερευνητές εξετάζουν κατά πόσο η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αυτές τις εκπομπές μπορεί να λειτουργήσει ως περιβαλλοντικός παράγοντας κινδύνου για όσους ζουν σε κοντινή απόσταση.
Παράλληλα, η μελέτη έδειξε ότι ο κίνδυνος φαίνεται να είναι χαμηλότερος σε περιοχές όπου εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανονισμοί και ειδικά συστήματα περιορισμού των εκπομπών από τις αντλίες καυσίμων.
Τι έδειξε η έρευνα
Η ανάλυση βασίστηκε σε στοιχεία περισσότερων από 824.000 νεογνών στο Κεμπέκ του Καναδά. Οι επιστήμονες εξέτασαν αν η απόσταση της κατοικίας από ένα πρατήριο καυσίμων σχετιζόταν με την εμφάνιση καρκίνου κατά την παιδική ηλικία.
Από το σύνολο των παιδιών, περισσότερα από 99.000 κατοικούσαν σε απόσταση έως 250 μέτρων από πρατήριο, ενώ περίπου 14.800 ζούσαν σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συνολικός κίνδυνος εμφάνισης οποιασδήποτε μορφής καρκίνου ήταν αυξημένος κατά περίπου 14% για τα παιδιά που ζούσαν κοντά σε πρατήρια καυσίμων.
Για τη λευχαιμία, ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 12% όταν η κατοικία βρισκόταν σε απόσταση 100 έως 250 μέτρων και κατά έως 35% όταν η απόσταση ήταν μικρότερη των 100 μέτρων.
Ακόμη υψηλότερη συσχέτιση καταγράφηκε για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, μια επιθετική μορφή της νόσου που εμφανίζεται κυρίως στην παιδική ηλικία.
Γιατί έχει σημασία η απόσταση
Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν έχει σημασία μόνο η ύπαρξη ενός πρατηρίου στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και το πόσο κοντά βρίσκεται η κατοικία στις αντλίες καυσίμων. Όσο μικρότερη ήταν η απόσταση, τόσο μεγαλύτερη φάνηκε να είναι η επιβάρυνση.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι, όταν από την ανάλυση εξαιρέθηκαν περιοχές όπως το Μόντρεαλ, όπου εφαρμόζονται αυστηρότερα μέτρα ελέγχου των εκπομπών, τα ποσοστά κινδύνου εμφανίστηκαν ακόμη υψηλότερα. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι τα συστήματα περιορισμού των ρύπων ενδέχεται να προσφέρουν ουσιαστική προστασία.
Τι επισημαίνουν οι επιστήμονες
Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι οι εκπομπές από τα πρατήρια καυσίμων πρέπει να εξετάζονται ως πιθανός περιβαλλοντικός παράγοντας κινδύνου για αιματολογικούς καρκίνους στα παιδιά.
Επισημαίνουν ακόμη ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των παιδικών καρκίνων αποδίδεται αποκλειστικά σε γενετικούς παράγοντες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εκτιμάται ότι μπορεί να παίζουν ρόλο και περιβαλλοντικές επιδράσεις.
Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι η κατοικία κοντά σε πρατήριο προκαλεί από μόνη της καρκίνο. Αναδεικνύουν, όμως, μια συσχέτιση που οι επιστήμονες θεωρούν ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, αυστηρότερους ελέγχους των εκπομπών και μεγαλύτερη προσοχή στον πολεοδομικό σχεδιασμό γύρω από κατοικημένες περιοχές.
Ειδήσεις σήμερα
Καλοκαιρινές δοκιμές στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση του ΕΣΥ – Πότε ξεκινά η πλήρης λειτουργία
Τροχαία: Η πρώτη αιτία θανάτου για παιδιά και νέους στον κόσμο