1918: Ισπανική γρίπη. 1980s: HIV/AIDS. 2003: SARS. 2009: H1N1. 2020: Covid-19. 2026: Χανταϊός. Κάθε εποχή έχει τη δική της υγειονομική απειλή. Κάθε νέα λέξη που μπαίνει στο δημόσιο λεξιλόγιο – ιός, ξέσπασμα, κρούσματα, μετάδοση – δεν δοκιμάζει μόνο τα συστήματα υγείας. Δοκιμάζει και το μυαλό μας. Γιατί, όμως, σήμερα ο φόβος μοιάζει να εξαπλώνεται συχνά πιο γρήγορα και από την ίδια την απειλή;
Το ερώτημα επανέρχεται με αφορμή την ανησυχία που έχει προκαλέσει διεθνώς ο χανταϊός σε κρουαζιερόπλοιο, με θανατηφόρα περιστατικά. Αν και οι ειδικοί τονίζουν ότι ο χανταϊός δεν είναι κορωνοϊός, πως πρόκειται για σπάνια λοίμωξη και ότι ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό παραμένει χαμηλός, η δημόσια αντίδραση δείχνει κάτι βαθύτερο: Η πανδημία μπορεί να τελείωσε ως παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά για πολλούς ανθρώπους δεν έχει τελειώσει ψυχικά.
Όπως γράφει στο TIME η δημοσιογράφος Angela Haupt, οι ειδήσεις για τον χανταϊό ξυπνούν σε αρκετούς ένα έντονο αίσθημα déjà vu. Στα κοινωνικά δίκτυα και σε διαδικτυακές συζητήσεις, πολλοί περιγράφουν τον ίδιο φόβο: Πως «δεν αντέχουν να το ξαναζήσουν», ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν σε μήνες απομόνωσης, μάσκες, αποστάσεις και διαρκή αγωνία.
Το τέλος της «παγκόσμιας αμνησίας»
Ο Howard Markel, ειδικός στην ιστορία της Ιατρικής, είχε συνηθίσει να περιγράφει το τελευταίο στάδιο μίας πανδημίας ως μία μορφή «παγκόσμιας αμνησίας»: Οι κοινωνίες σηκώνονται, συνεχίζουν και σταδιακά ξεχνούν. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, μετά τη γρίπη του 1918, όταν ακολούθησε η δεκαετία του 1920 με την έκρηξη διασκέδασης και κοινωνικής ζωής.
Μετά την Covid-19, όμως, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι κάτι άλλαξε. Η πανδημία δεν ήταν απλώς μια περίοδος ασθένειας. Έκλεισε σχολεία, άδειασε γραφεία, ανέβαλε γάμους και κηδείες, άλλαξε την καθημερινότητα για χρόνια. Και ίσως γι’ αυτό η συλλογική μνήμη δεν σβήστηκε τόσο εύκολα.
Ο Markel εκτιμά ότι πολλοί άνθρωποι κουβαλούν ακόμη ένα είδος μετατραυματικού αποτυπώματος από την πανδημία. Έτσι, όταν εμφανίζεται ένας νέος ιός στις ειδήσεις, ακόμη κι αν η πραγματική απειλή είναι διαφορετική και μικρότερη, το σώμα και το μυαλό αντιδρούν σαν να ανοίγει ξανά η ίδια πόρτα.
Γιατί οι παλαιότερες γενιές αντιδρούσαν αλλιώς
Εδώ υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο. Ο J. Alex Navarro, ιστορικός και ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, εξηγεί ότι οι προηγούμενες γενιές ήταν, κατά κάποιον τρόπο, λιγότερο αντιδραστικές απέναντι στις επιδημίες, επειδή ο θάνατος από ασθένειες ήταν πολύ πιο συνηθισμένος.
Οι μητέρες πέθαιναν στον τοκετό. Τα παιδιά έχαναν τη ζωή τους στη βρεφική ηλικία. Οι άνθρωποι πέθαιναν συχνά από λοιμώξεις. Σήμερα, αντίθετα, έχουμε μάθει να πιστεύουμε στη δύναμη της σύγχρονης ιατρικής να μας προστατεύει. Αυτή η πρόοδος μάς έχει κάνει πιο υγιείς, αλλά και πιο ευάλωτους ψυχικά απέναντι στην ιδέα ότι ένας νέος ιός μπορεί να ανατρέψει όσα θεωρούμε δεδομένα.
Με απλά λόγια: Επειδή δεν περιμένουμε πια ότι οι ασθένειες θα μας απειλήσουν τόσο άμεσα, κάθε νέα απειλή μοιάζει πιο αποσταθεροποιητική.
Ο εγκέφαλος μετά τον κορωνοϊό
Η ψυχολόγος Dana Rose Garfin, καθηγήτρια στο University of California, Los Angeles, που μελετά το συλλογικό τραύμα, σημειώνει ότι μεγάλα γεγονότα όπως η Covid-19 μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους πιο ευαίσθητους απέναντι σε μελλοντικές απειλές. Και αυτό συμβαίνει σε ένα περιβάλλον ήδη φορτισμένο από πολιτική πόλωση, διεθνή αστάθεια και συνεχή έκθεση σε κακές ειδήσεις.
Ο Reid Wilson, διευθυντής του Anxiety Disorders Treatment Center στη Βόρεια Καρολίνα, εξηγεί ότι το τραύμα αφήνει αποτύπωμα στο νευρικό σύστημα. Όταν ο εγκέφαλος έχει περάσει μία μεγάλη απειλή, όπως η πανδημία, μαθαίνει να βρίσκεται σε αυξημένη επιφυλακή. Ακόμη κι όταν ο άμεσος κίνδυνος έχει περάσει, αυτή η ετοιμότητα μπορεί να παραμένει. Έτσι, ένα νέο υγειονομικό συμβάν μπορεί να ενεργοποιήσει παλιές αντιδράσεις: Κάποιος σφίγγεται όταν ακούει κάποιον να βήχει, σκέφτεται ξανά τη μάσκα ή νιώθει την ανάγκη να κρατήσει αποστάσεις.
Γιατί ειδικά ο χανταϊός προκαλεί τόσο φόβο
Ο χανταϊός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές. Είναι σπάνιος, δεν μεταδίδεται εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο και στις ΗΠΑ καταγράφονται συνήθως λιγότερα από 100 περιστατικά τον χρόνο. Ωστόσο, όταν εμφανίζεται σε τίτλους ειδήσεων, προκαλεί δυσανάλογη ανησυχία, ακριβώς επειδή είναι άγνωστος στους περισσότερους και μπορεί να είναι σοβαρός όταν κάποιος νοσήσει.
Το σκηνικό του κρουαζιερόπλοιου ενισχύει τη σύνδεση με την Covid-19, καθώς πολλοί θυμούνται ότι ορισμένα από τα πρώτα περιστατικά της πανδημίας είχαν επίσης συνδεθεί με κρουαζιερόπλοια. Παράλληλα, η σχέση του χανταϊού με τρωκτικά, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο φόβου και αποστροφής.
Η κλινική ψυχολόγος Karen Cassiday επισημαίνει ότι ακόμη και το ίδιο το όνομα ενός ιού μπορεί να ενεργοποιήσει μνήμες καταστροφικών ασθενειών. Όταν ένας άνθρωπος ακούει μία άγνωστη, «βαριά» λέξη, το μυαλό συχνά δεν μένει στα δεδομένα. Ανασύρει εικόνες κινδύνου.
Το πρόβλημα δεν είναι πάντα η είδηση, αλλά η αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την Cassiday, ο βασικός πυροδότης του άγχους δεν είναι απαραίτητα η κακή είδηση, αλλά η αβεβαιότητα. Όσο λιγότερο αντέχει κάποιος το «δεν ξέρω», τόσο πιο γρήγορα το μυαλό του τρέχει στα χειρότερα σενάρια, προσπαθώντας δήθεν να προετοιμαστεί.
Εκεί αρχίζει ο φαύλος κύκλος: Φανταζόμαστε κάτι τρομακτικό, το σώμα αντιδρά σαν να συμβαίνει πραγματικά, η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα, το άγχος ανεβαίνει, και μετά ο εγκέφαλος ερμηνεύει τη σωματική αντίδραση ως απόδειξη ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός.
Και τότε δεν προετοιμαζόμαστε. Μπαίνουμε σε επαναλαμβανόμενες, αρνητικές σκέψεις.
Όταν η ενημέρωση γίνεται παγίδα
Η συνεχής έκθεση σε ειδήσεις μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση. Η Garfin έχει δείξει μέσα από την έρευνά της ότι σε περιόδους κρίσης αυτό που συνδέεται περισσότερο με χειρότερη ψυχική υγεία δεν είναι απλώς η ενημέρωση, αλλά η επαναλαμβανόμενη, μεγάλης έντασης έκθεση σε ειδήσεις για μεγάλο διάστημα.
Με άλλα λόγια, το doomscrolling, η εμμονική συνήθεια του να διαβάζουμε συνεχώς αρνητικές ειδήσεις, δεν μας κάνει απαραίτητα πιο ενημερωμένους. Συχνά μας κάνει πιο ενεργοποιημένους, πιο ανήσυχους και πιο ευάλωτους στην υπερεκτίμηση του κινδύνου.
Ο Reid Wilson εξηγεί ότι όσο περισσότερες έντονες ιστορίες καταναλώνει κανείς για έναν ιό, τόσο πιο συχνός και άμεσος μοιάζει ο κίνδυνος, ανεξάρτητα από τα πραγματικά ποσοστά. Τα μέσα ενημέρωσης, όπως σημειώνει, δεν πληροφορούν μόνο· μπορούν και να μετατοπίσουν την αντίληψη του κινδύνου.
Τι βοηθά πραγματικά
Οι ειδικοί δεν προτείνουν άγνοια. Προτείνουν όρια. Η Cassiday συστήνει να επιλέγουμε λίγες αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης και να αποφεύγουμε την ατελείωτη αναζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν τον φόβο.
Ο Wilson προτείνει συγκεκριμένα χρονικά όρια: μία ή δύο φορές την ημέρα για ενημέρωση, όχι συνεχές ανανέωση της ροής ειδήσεων. Η αδιάκοπη αναζήτηση δεν μειώνει το άγχος· το τροφοδοτεί.
Ο David H. Rosmarin, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, προτείνει μια φαινομενικά παράδοξη τεχνική: να ορίσει κανείς ένα μικρό «ραντεβού ανησυχίας», λίγα λεπτά μέσα στην ημέρα, για να σκεφτεί συνειδητά αυτό που φοβάται. Η ιδέα δεν είναι να μένει κανείς όλη μέρα γύρω από τον φόβο, αλλά να τον κοιτά για λίγο κατάματα και μετά να επιστρέφει στη ζωή του.
Η Cassiday προτείνει επίσης μια απλή ερώτηση γείωσης: «Πώς θα αντιδρούσε κάποιος που δεν ανησυχεί υπερβολικά σε αυτή την είδηση;» ή «Τι θα έκανα σήμερα αν δεν είχα κολλήσει σε αυτή τη σκέψη;» Αυτές οι ερωτήσεις βοηθούν το μυαλό να επιστρέψει από το φανταστικό σενάριο στο παρόν.
Η ζωή με την αβεβαιότητα
Το πιο δύσκολο ίσως συμπέρασμα είναι και το πιο χρήσιμο: Πάντα θα υπάρχει μία επόμενη είδηση, μία επόμενη απειλή, ένας επόμενος λόγος ανησυχίας.
Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι τίποτα κακό δεν θα συμβεί ποτέ. Αυτό δεν είναι ρεαλιστικό. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε να ζούμε χωρίς να παραδίδουμε κάθε μέρα μας στον φόβο.
Γιατί η υγιής επαγρύπνηση μας προστατεύει. Το ανεξέλεγκτο άγχος, όμως, μας εξαντλεί πριν καν υπάρξει πραγματικός κίνδυνος.
Διαβάστε επίσης