*Γράφει ο Γιώργος Παπαϊωάννου
Τα λόγια της κόρης της δεν είχαν καμία θεατρικότητα, καμία πρόθεση για δραματοποίηση, καμία ανάγκη να υψωθούν και να σχηματίσουν συναισθηματικές κορόνες. Ηταν σχεδόν άοσμα, σαν η ίδια να είχε παραδοθεί στο πεπρωμένο που ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει με τίποτα και μάλιστα πολύ σύντομα: «Σε όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να είμαι καλή μαθήτρια, καλή αδερφή, καλή κόρη, να προστατεύω τη μητέρα μου και ποτέ να μην τη στενοχωρώ ή να τη θυμώνω. Σήμερα πρόσθεσα άλλη μια τραγωδία στη ζωή της, στη ζωή της οικογένειάς μας και δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για να τη σταματήσω». Η Τατιάνα Σλόσμπεργκ δημοσίευσε το παραπάνω κείμενο στο «The New Yorker» στις 22 Νοεμβρίου του περασμένου έτους. Ηταν μόλις 35 χρόνων.
Είχε οικογένεια, επαγγελματική ζωή, μια καθημερινότητα που έμοιαζε πλήρης. Και μια διάγνωση: σπάνια και επιθετική οξεία μυελογενή λευχαιμία. Λίγες εβδομάδες αργότερα, θα πέθαινε. Η μητέρα της, Καρολάιν, έχει βιώσει ήδη στη ζωή της σκληρές απώλειες που την έβαζαν άθελά της στα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου: ο πατέρας της Τζον Κένεντι δολοφονήθηκε, η μητέρα της Τζάκι πέθανε από καρκίνο, ο αδελφός της Τζον σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα μαζί με τη σύζυγό του και νύφη της, ο θείος της Ρόμπερτ επίσης δολοφονήθηκε, ενώ ως παιδί είχε βιώσει και τον θάνατο του αδελφού της Πάτρικ δύο μέρες μετά από τη γέννησή του. Δεν τελειώσαμε: η Καρολάιν γεννήθηκε μέσα στο πένθος και στην κατάθλιψη της μητέρας της, αφού η Τζάκι έναν χρόνο πριν είχε χάσει στη γέννα άλλο ένα παιδί: το βρέφος που θα έπαιρνε το όνομα Αραμπέλα γεννήθηκε νεκρό.
Ας επανέλθουμε, όμως, στην πρόσφατα αδικοχαμένη Τατιάνα, την κόρη της Καρολάιν. Η ημερομηνία που δημοσίευσε το παραπάνω κείμενο στο «The New Yorker» δεν ήταν καθόλου τυχαία: 62 χρόνια πριν, στις 22 Νοεμβρίου 1963, ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι δολοφονήθηκε στο Ντάλας. Σε πέντε ημέρες, η Καρολάιν θα γιόρταζε τα έξι της χρόνια και αντ’ αυτού κλήθηκε να αποχαιρετήσει τον πατέρα της, με τις εμβληματικές φωτογραφίες του αποχαιρετισμού να έχουν περάσει στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας του 20ού αιώνα. Εμαθε από την νταντά της ότι ο πατέρας της δεν θα επέστρεφε ποτέ.

Παιδί του Λευκού Οίκου, φωτογραφημένη ανάμεσα σε πολιτικά σύμβολα και οικογενειακές στιγμές, έγινε σχεδόν μυθολογική πριν καν αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της.
Ένα παιδί που έπαιζε κάτω από το γραφείο του πατέρα της την ώρα που εκείνος διαχειριζόταν την ισορροπία του κόσμου. Κι όταν ο πατέρας της δολοφονήθηκε, η παιδική της ηλικία έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από προστατευμένη. Έπρεπε να γίνει σκηνοθετημένη, από την ανάγκη της επιβίωσης. Η μητέρα της, Τζάκι, κατανόησε νωρίς ότι η Αμερική δεν μπορούσε να εγγυηθεί ασφάλεια για τα παιδιά της. Ο γάμος της με τον Αριστοτέλη Ωνάση το 1968 σίγουρα δεν ήταν ρομαντική απόφαση, αλλά ούτε μόνο οικονομική. Ήταν στρατηγική διαφυγής. Ένα πέρασμα από τη δημόσια έκθεση σε έναν ελεγχόμενο, ιδιωτικό κόσμο, όπου η δύναμη είχε διαφορετική μορφή: ήταν σιωπηλή, οικονομική, σχεδόν αόρατη.

Η φωνή της παρέμεινε χαμηλή, ακόμη και όταν το όνομά της ήταν από τα πιο αναγνωρίσιμα στη χώρα. Οι δημόσιες εμφανίσεις ήταν σπάνιες και στις αποφάσεις της πάντοτε κυριαρχούσε ο δισταγμός. Ετσι, όταν το 2009 φλέρταρε με την ιδέα της πολιτικής, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να καταλάβει τη θέση της Χίλαρι Κλίντον στη Γερουσία, υποχώρησε πριν καν η απόφαση γίνει πραγματικότητα. Οχι από έλλειψη ικανότητας, αλλά από μια βαθιά κατανόηση του τι σημαίνει να εκτίθεσαι. Κι εκείνη κάθε άλλο παρά να εκτεθεί ήθελε.
Η διπλωματία, τελικά, της ταίριαξε περισσότερο. Το 2013, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα τη διόρισε πρέσβειρα στην Ιαπωνία, καθιστώντας την την πρώτη γυναίκα σε αυτή τη θέση. Η παρουσία της στη Χιροσίμα, το 2016, στο πλευρό του Αμερικανού προέδρου, είχε το βάρος μιας ιστορικής συμφιλίωσης που δεν χρειαζόταν υπερβολές για να γίνει αισθητή. Αργότερα, ως πρέσβειρα στην Αυστραλία, συνέχισε με τον ίδιο τρόπο: διακριτικά, με έμφαση στη διαδικασία και όχι στο προσωπικό αφήγημα.
Και έπειτα, ήρθε η απώλεια της κόρης της. Ενα ακόμη κεφάλαιο σε μια οικογενειακή ιστορία που μοιάζει να αρνείται την ηρεμία. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία των Κένεντι δεν καταλήγει ποτέ στην ήττα. Υπάρχει πάντα μια συνέχεια, σχεδόν πεισματική. Σήμερα, αυτή η συνέχεια έχει το όνομα του γιου της, Τζακ Σλόσμπεργκ, ο οποίος εισέρχεται στην πολιτική σκηνή της Νέας Υόρκης. Η ιστορία -και η ζωή- τρέχει σαν νεράκι, όσο και αν η 74χρονη Καρολάιν γνωρίζει ότι η ανατροπή παραμονεύει στη γωνία ανά πάσα στιγμή.




Ειδήσεις σήμερα
Νέα επένδυση της Εριέττας Κούρκουλου-Λάτση σε ελληνική εταιρεία παιδικών σνακ
Εθνικό σχέδιο για την ψυχική υγεία: 40 νέες μονάδες με χρηματοδότηση ΕΣΠΑ