Μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι έως και το 50% των ασθενών με υπέρταση δεν ακολουθούν σωστά τη φαρμακευτική τους αγωγή, ενώ ανάλογα είναι τα ποσοστά και στις περιπτώσεις δυσλιπιδαιμίας και καρδιακής ανεπάρκειας. Αναφερόμενος στο οικονομικό αποτύπωμα αυτής της συμπεριφοράς, στο Στρογγυλό Τραπέζι του ygeiamou με θέμα: «Καρδιαγγειακά Νοσήματα: Από τη γνώση στην πρόληψη – Ο ρόλος της προσήλωσης στη θεραπεία», ο κ. Κυριάκος Σουλιώτης, Καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Αξιολόγησης Πολιτικών, Τεχνολογιών και Συμπεριφορών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου σχολίασε αρχικά: «Στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζεται σ’ ένα ποσό που ξεπερνά και το ΑΕΠ της Ελλάδας, δηλαδή περίπου στα 285 δισ. ευρώ. Είναι σαφές, επομένως, ότι έχουμε να διαχειριστούμε κάτι πάρα πολύ σοβαρό».
Ο ίδιος ανέλυσε, στη συνέχεια, πώς κατανέμεται αυτός ο προϋπολογισμός: «Απ’ αυτά τα χρήματα, το ήμισυ περίπου είναι ιατρικό κόστος. Το υπόλοιπο είναι μη ιατρικά κόστη, όπως κόστος κοινωνικής φροντίδας, απώλεια παραγωγικότητας -γιατί ο θάνατος και η βαριά νόσηση κοστίζουν- οπότε έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πάρα πολύ σοβαρό παράγοντα, που πιέζει τους προϋπολογισμούς της υγείας αυξητικά».
Στην Ελλάδα, η οικονομική επιβάρυνση των καρδιαγγειακών νοσημάτων υπολογίζεται περίπου στα 4 δισ. ευρώ. «Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο ποσό. Αρκεί να αναφερθεί ότι το μη ιατρικό κόστος είναι περίπου ίδιο με το κόστος όσων χρειάζεται να νοσηλευθούν. Δεν είναι, δηλαδή, μόνο το άμεσο ιατρικό κόστος -νοσηλείες και φάρμακα- που είναι περίπου 25% και 25%. Είναι και το μη ιατρικό κόστος που πρέπει να λάβουμε υπόψη, γιατί αυτό μετακυλίεται στις οικογένειες, το καλύπτουν τα ίδια τα νοικοκυριά. Είναι παράγοντες εξίσου σημαντικοί», ανέφερε ο κ. Σουλιώτης.
Ένα ακόμη ανησυχητικό εύρημα, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει να κάνει με τις τάσεις. «Το 2003, μιλούσαμε για 169 δισ. ευρώ στην Ευρώπη. Μέσα σε μερικά χρόνια, έχουμε φτάσει στα 282 δισ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι αυτά τα ποσά θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Η πρωτογενής πρόληψη, επομένως, είναι απολύτως απαραίτητη. Όσο πιο πολλά συμβάντα προλάβουμε, τόσο μεγαλύτερο το οικονομικό όφελος που θα έχουμε», υπογράμμισε ο καθηγητής.
Θα μπορούσε να μειωθεί η οικονομική επιβάρυνση των καρδιαγγειακών νοσημάτων με καλύτερη προσήλωση στη θεραπεία; «Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι συνθήκες πρόσβασης στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ ευνοϊκές. Μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένες δυσκολίες, αλλά μας ενδιαφέρει το συστημικό πρόβλημα. Δεν είναι συστημικό ένας κάτοικος από την Ψέριμο να έχει πρόβλημα πρόσβασης στο Σύστημα Υγείας ή να έχει δυσμενέστερους όρους από τον κάτοικο των Αθηνών, αυτό είναι δεδομένο και ενδεχομένως πρέπει να ασχοληθούμε με διαφορετικό τρόπο μ’ αυτό. Δεν μπορώ, όμως, να ακούω σήμερα ότι για τέτοιου είδους θεραπείες υπάρχει οικονομικό εμπόδιο. Μάλλον υπάρχει έλλειμμα γνώσης ή δικαιωμάτων ή αδυναμία άσκησης του ασφαλιστικού δικαιώματος ή άλλοι λόγοι. Θα πρέπει να το δούμε αυτό».
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» της υγείας
Ο ίδιος υπογράμμισε τη σημασία της πρόσβασης στα δεδομένα: «Είναι κρίσιμη υπόθεση – αν δεν το μετρήσεις, δε μπορείς να το διαχειριστείς. Ευτυχώς, με τα ψηφιακά άλματα που έχει κάνει η χώρα μας στην υγεία, είμαστε σε θέση να μετράμε τα πάντα. Πρέπει να δώσουμε την ευκαιρία στην επιστημονική κοινότητα να αξιοποιήσει τα δεδομένα, να μελετήσει και να κάνει συστάσεις. Τώρα έχουμε τεράστιο πλεονέκτημα: Μπορούμε να δούμε πού έχουμε διαρροές σε επίπεδο συμμόρφωσης. Αυτό είναι κολοσσιαίο. Από εκεί και πέρα, το ζήτημα είναι η πρόληψη. Όλες οι μελέτες για τα προγράμματα πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης δείχνουν ότι είναι οικονομικά αποδοτικά».
«Άρα, έχουμε την πρωτογενή πρόληψη, που είναι επιστημονική και διατομεακή υπόθεση, δεν είναι υπόθεση μόνο του Υπουργείου Υγείας. Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λέει ότι η υγεία πρέπει να ενταχθεί σε όλες τις πολιτικές, εάν θέλουμε να φέρουμε αποτέλεσμα. Έχουμε τη δευτερογενή πρόληψη, μ’ ένα πολύ καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα, που λειτουργεί – μένει να δούμε τα αποτελέσματά του. Και, βέβαια, τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» που είναι η προσήλωση. Δικά μας δεδομένα δείχνουν ότι εκεί έχουμε θέμα», πρόσθεσε ο κ. Σουλιώτης.

Η κυρία Παναγιώτα Καρλατήρα, Διευθύντρια σύνταξης του ygeiamou.gr με τον κύριο Κυριάκο Σουλιώτη, Καθηγητή Πολιτικής Υγείας, Κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και Διευθυντή του Εργαστηρίου Αξιολόγησης Πολιτικών, Τεχνολογιών και Συμπεριφορών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Η ελληνική νοοτροπία
Θέλοντας να δώσει μερικά παραδείγματα, ο καθηγητής αποκάλυψε ότι η μη προσήλωση στη θεραπεία συχνά συμβαίνει όταν οι άνθρωποι ταξιδεύουν ή βρίσκονται στη δουλειά. «Υπάρχουν ασθενείς που, όταν νιώσουν χειρότερα, το αποδίδουν μόνοι τους στη λήψη της θεραπείας, με αποτέλεσμα να σταματούν την αγωγή μόνοι τους. Αλλά ακόμη κι όταν νιώσουν καλύτερα, πιστεύουν ότι έχουν τη δυνατότητα να βρουν ένα παράθυρο μη λήψης φαρμάκου. Το 30% των Ελλήνων δεν έχει ακούσει τον όρο συμμόρφωση στην αγωγή. Δεν ξέρουν τι είναι», εξήγησε.
Υπάρχουν 3 κατηγορίες ασθενών που παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά μη συμμόρφωσης:
- Ηλικία: Οι ηλικιωμένοι αμελούν πιο εύκολα τη λήψη της αγωγής τους.
- Οι ασθενείς που είναι πολλά χρόνια διαγνωσμένοι συχνά υποτιμούν τον κίνδυνο και
- Όσοι λαμβάνουν πολλά φάρμακα, όπου παρατηρείται ένα ζήτημα διαχείρισης της συνοσηρότητας.
«Η μελέτη CONCORD ανέδειξε την προσπάθεια να περικυκλώσουμε το θέμα της συμμόρφωσης. Από το ιατρείο, στα ψηφιακά μέσα, τις υπενθυμίσεις, το φαρμακείο. Μέσα σε 3 μήνες, χάρη στην ενεργοποίηση των φαρμακοποιών, είχαμε βελτίωση της συμμόρφωσης κατά 23%. Ο φαρμακοποιός αποτελεί το δεύτερο σημείο ελέγχου. Φεύγεις από το ιατρείο με μια οδηγία και έρχεται ο φαρμακοποιός και σου θυμίζει ότι πρέπει να συμμορφωθείς. Υπάρχει μια υποτίμηση του κινδύνου γενικά στη χώρα μας. Ένα 30% όσων ήταν στην ομάδα που συστήνει η Επιτροπή Εμβολιασμού για τον εμβολιασμό κατά της γρίπης, είπε ότι δεν εμβολιάστηκε γιατί δεν νιώθει ότι κινδυνεύει.
Ένα μέρος του πληθυσμού νιώθει άτρωτο για αδιευκρίνιστους λόγους. Άρα, πρέπει να υπενθυμίσουμε τον κίνδυνο, να ενεργοποιήσουμε τους φαρμακοποιούς. Το 87% του πληθυσμού έχει συγκεκριμένο φαρμακοποιό, δεν πηγαίνει οπουδήποτε. Άρα έχουμε προσωπικό φαρμακοποιό, πολύ υψηλή εμπιστοσύνη και ικανοποίηση. Σ’ αυτήν την έρευνα, πάνω από το 90% των πολιτών δήλωσε ότι θα ήθελε ο φαρμακοποιός να τους θυμίζει τη σημασία της συμμόρφωσης και πώς πρέπει να λαμβάνουν τα φάρμακα, ειδικά όταν παίρνουν πολλά για διαφορετικές καταστάσεις», εξήγησε στη συνέχεια ο Κυριάκος Σουλιώτης.
Ο ίδιος υπογράμμισε τον ρόλο του φαρμακοποιού, διευκρινίζοντας ότι το ζήτημα δεν είναι αν είναι πολλοί, αλλά αν αξιοποιούνται σωστά. «Το πρόβλημα της συμμόρφωσης δε δημιουργείται από τη μη εκτέλεση μιας συνταγής, αλλά από τη μη σωστή λήψη του φαρμάκου στο σπίτι. Οι περισσότεροι εκτελούν τη συνταγή, γιατί έτσι ασκούν ένα δικαίωμα που έχουν κερδίσει, το έχουν προπληρώσει και καλά κάνουν. Το κενό υπάρχει στη λήψη του φαρμάκου», τονίζει.
Τέλος, ο κ. Σουλιώτης τόνισε την ανάγκη για προτυποποίηση: «Είδαμε σε άλλο νόσημα ότι η διαδικασία του εξιτηρίου είναι εντελώς διαφορετική ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και την περιφέρεια και ανάμεσα στις πανεπιστημιακές κλινικές και τις κλινικές του ΕΣΥ. Υπάρχει ανάγκη προτυποποίησης. Πρέπει να ξέρουμε ότι γίνεται ένα «tick the box» κι ότι όλα τα βήματα ακολουθούνται. Η CONCORD έδειξε ότι και οι ίδιοι οι πολίτες θέλουν να είναι βέβαιοι ότι, όπου και αν βρίσκονται, υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας. Έχει αποδειχτεί όσο καλύτερη η σχέση με το γιατρό, τόσο πιο πιθανή είναι η τήρηση του θεραπευτικού πλάνου και, βέβαια, ως δικλείδα ασφαλείας, η επαφή με το φαρμακοποιό. Έχουμε πολλούς γιατρούς, πολλά φαρμακεία, άρα πρέπει λίγο να το οργανώσουμε. Είμαστε στη σωστή κατεύθυνση».
Δείτε το σχετικό βίντεο από το Στρογγυλό Τραπέζι του ygeiamou.gr
Διαβάστε επίσης
Μέμη Τσεκούρα: Η ελλιπής ενημέρωση των ασθενών τροφοδοτεί τον φόβο και την εγκατάλειψη της θεραπείας
Κωνσταντίνος Τούτουζας: Η πρόληψη να «μπει» στα σχολεία – Το κοινό εξιτήριο προστατεύει τον ασθενή