Μια νόσος που εξελίσσεται ύπουλα, καθώς συνήθως δεν εμφανίζει συμπτώματα στα αρχικά στάδια, και αποτελεί την πιο συχνή αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης παγκοσμίως, είναι το γλαύκωμα. Απέναντι σε μια τέτοια πάθηση, που εξαιτίας των χαρακτηριστικών της ονομάζεται συχνά «σιωπηλός κλέφτης της όρασης», μόνο η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση μπορούν να μειώσουν δραστικά τον κίνδυνο απώλειας όρασης. Αυτό είναι το μήνυμα της φετινής Παγκόσμιας Εβδομάδας Γλαυκώματος, που διανύουμε – και η οποία ολοκληρώνεται με ενημερωτικές δράσεις πρόληψης και μηνύματα ευαισθητοποίησης στις 14 Μαρτίου, στις οποίες συμμετέχει η Ελληνική Εταιρία Γλαυκώματος.

Το γλαύκωμα είναι μια ομάδα παθήσεων που προκαλούν προοδευτική βλάβη στο οπτικό νεύρο, συχνά λόγω αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Σύμφωνα με τα δεδομένα του World Glaucoma Association, πάνω από το 50% των ασθενών δεν γνωρίζει ότι πάσχει μέχρι να εμφανιστεί σημαντική απώλεια όρασης.

Η απειλή αφορά σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού, καθώς το 2020 περίπου 76 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με γλαύκωμα, ενώ ο αριθμός αυτός αναμένεται να ξεπεράσει τα 110 εκατ. έως το 2040. Νεότερα δεδομένα, μάλιστα, εκτιμούν ότι ο συνολικός πληθυσμός με ανοικτής γωνίας γλαύκωμα θα αυξηθεί από 81 εκατ. το 2024 σε 185 εκατ. μέχρι το 2060, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης της μυωπίας.

Η συχνότητα του γλαυκώματος ανέρχεται σε 2,5% στα άτομα άνω των 45 ετών και αυξάνει με την αύξηση του ηλικιακού φάσματος.

«Στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα δεδομένα της Thessaloniki Eye Study (μεγάλη επιδημιολογική μελέτη των οφθαλμολογικών νοσημάτων με διεθνή απήχηση), η συχνότητα φτάνει το 5,5% σε ηλικίες άνω των 60 ετών. Με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα, εκτιμάται ότι περίπου 170.000 Έλληνες άνω των 60 ετών πάσχουν από γλαύκωμα, ενώ το 50% αυτών δηλαδή περίπου 85.000 άτομα, παραμένουν αδιάγνωστοι» τόνισε στη διάρκεια χθεσινής συνέντευξης τύπου ο κ.Φώτης Τοπούζης, Καθηγητής Οφθαλμολογίας, Διευθυντής Οφθαλμολογικής Κλινικής ΑΠΘ, Π.Γ.Ν. ΑΧΕΠΑ, Πρόεδρος της Παγκόσμιας Εταιρείας Γλαυκώματος. Υπογράμμισε, δε, ότι ο οφθαλμολογικός έλεγχος βοηθάει στη έγκαιρη διάγνωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την
Thessaloniki Eye Study, οι ασθενείς που δεν είχαν εξετασθεί τον τελευταίο χρόνο από οφθαλμίατρο είχαν 6 φορές αυξημένο κίνδυνο να είναι αδιάγνωστοι.

Μάλιστα, στον ελληνικό πληθυσμό στον οποίο είναι συχνό το ψευδοαποφολιδωτικό γλαύκωμα, με τον κ. Ιωάννη Χαλκιαδάκη, Διευθυντής ΕΣΥ, Α’ Οφθαλμολογική Κλινική, Τμήμα Γλαυκώματος, Οφθαλμιατρείο Αθηνών, Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος, να επισημαίνει ότι αυτός ο τύπος γλαυκώματος αν μείνει χωρίς θεραπεία τυφλώνει γρήγορα τους ασθενείς, για αυτό και είναι πολύ σημαντικό να προληφθεί σε πρώιμα στάδια.

«Παρά τα επιστημονικά άλματα, τα οποία έχουν επιτευχθεί τόσο στη διάγνωση και παρακολούθηση της νόσου, όσο και στη θεραπεία αυτής, τα ποσοστά αναπηρίας και τύφλωσης από γλαύκωμα παραμένουν υψηλά και μάλιστα εμφανίζουν αυξητική τάση λόγω της δημογραφικής γήρανσης στις Δυτικές κοινωνίες. Αυτό οφείλεται στα υψηλά ακόμα ποσοστά ασθενών που παραμένουν αδιάγνωστοι, καθώς η νόσος εξελίσσεται αργά και είναι στα πρώτα στάδια ασυμπτωματική, αλλά και στη συχνά πλημμελή συμμόρφωση των ασθενών στις οδηγίες των ιατρών» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Θεόδωρος Φιλιππόπουλος, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Ειδ. Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος.

Αυξημένο κίνδυνο νόσησης έχουν:

  • Ηλικιωμένοι ενήλικες, με τη συχνότητα να αυξάνεται σημαντικά μετά τα 60 έτη
  • Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό, καθώς ο κίνδυνος είναι 4–10 φορές μεγαλύτερος. Υπολογίζεται ότι άτομα με θετικό οικογενειακό ιστορικό έχουν 20% πιθανότητα να αναπτύξουν γλαύκωμα στη διάρκεια της ζωής τους
  • Άτομα με υψηλή μυωπία, παράγοντας που αναμένεται να συμβάλλει σε περίπου 35 εκατ. νέες περιπτώσεις γλαυκώματος έως το 2060
  • Άτομα αφρικανικής ή ασιατικής καταγωγής, όπου το γλαύκωμα εμφανίζεται συχνότερα
  • Χρήστες κορτικοστεροειδών, ειδικά οφθαλμικών κολλυρίων, που μπορεί να αυξήσουν την ενδοφθάλμια πίεση.

Το γλαύκωμα δεν εμφανίζει συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Πολλοί ασθενείς αντιλαμβάνονται το πρόβλημα μόνο όταν η περιφερική όραση έχει αρχίσει να φθίνει, η όραση γίνεται θολή ή αμυδρή και δυσκολεύονται στην οδήγηση, στο διάβασμα ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Οι επιπτώσεις της πάθησης στην καθημερινότητα είναι σημαντικές, καθώς με την εξέλιξη της
νόσου επηρεάζονται:

  • Η οδήγηση, το περπάτημα, η εκτίμηση αποστάσεων
  • Η νυχτερινή όραση και η προσαρμογή σε έντονο/χαμηλό φως
  • Ο κίνδυνος πτώσεων και ατυχημάτων
  • Η ψυχική υγεία (άγχος, κατάθλιψη σε έως και 30% των ασθενών).

Aπό αριστερά προς δεξιά , κ .Ε. Καρμίρης, κ. Θ. Φιλιππόπουλος, κ. Φ. Τοπούζης, κ. Ι. Χαλκιαδάκης, κ. Κ. Γιαννοπούλου, κ. Σ. Κανδαράκης

Κλειδί η έγκαιρη διάγνωση

Η σύγχρονη οφθαλμολογία διαθέτει πλέον πολύ ακριβή, αντικειμενικά εργαλεία που επιτρέπουν έγκαιρη διάγνωση πριν υπάρξει σοβαρή απώλεια όρασης. Οι βασικοί έλεγχοι περιλαμβάνουν:

  • Μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης (τονομέτρηση)
  • Εξέταση οπτικού νεύρου
  • OCT (απεικόνιση νευρικών ινών)
  • Οπτικό πεδίο
  • Γωνιοσκοπία.

Η συχνότητα του προληπτικού ελέγχου εξαρτάται από την ηλικία. Σε άτομα κάτω των 40 ετών η πάθηση εμφανίζεται σε χαμηλό ποσοστό στον πληθυσμό. Σε ειδικές περιπτώσεις, προληπτικός έλεγχος συνιστάται, κυρίως, όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό. Για άτομα άνω των 40 ετών, ο έλεγχος συνιστάται να γίνεται κάθε 2 χρόνια ανεξάρτητα από το οικογενειακό ιστορικό. Ενώ μετά τα 60 χρόνια ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η ίδια η νόσος, αλλά η άγνοια γύρω από αυτήν. Οι ασθενείς χάνουν ανεπανόρθωτο μέρος της όρασής τους πριν προλάβουν να αντιδράσουν, γιατί απλά δεν γνωρίζουν ότι κινδυνεύουν. Ο κανόνας της πρόληψης είναι απλός: Έλεγχος κάθε 2 χρόνια μετά από τα 40 έτη και κάθε χρόνο μετά τα 60. Όταν η νόσος φτάσει σε προχωρημένο στάδιο, οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής είναι δραματικές: κατάθλιψη, κοινωνική απομόνωση, απώλεια ικανότητας οδήγησης, αυξημένος κίνδυνος πτώσεων και καταγμάτων» τόνισε ο κ. Ευθύμιος Καρμίρης, Επικ. Καθηγητής Οφθαλμολογίας, ΕΚΠΑ, Β’ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική, Νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς και Γεν. Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος.

Υπάρχει θεραπεία;

Το γλαύκωμα δεν εξαλείφεται, αλλά η θεραπεία του αφορά στο να ελέγχεται με στόχο την μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και επιβράδυνση της επιδείνωσης.

«Η πρώτη γραμμή θεραπείας είναι συνήθως τα κολλύρια που μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση, είτε περιορίζοντας την παραγωγή, είτε αυξάνοντας την παροχέτευση του υδατοειδούς υγρού. Σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών, η μέθοδος Selective Laser Trabeculoplasty (SLT) έχει αποδείξει υψηλή αποτελεσματικότητα και αποτελεί επίσης επιλογή πρώτης γραμμής. Όταν η πίεση δεν ελέγχεται με κολλύρια ή SLT, τότε απαιτούνται χειρουργικές λύσεις όπως η τραμπεκουλεκτομή, η ένθεση βαλβίδων ή οι πιο σύγχρονες ελάχιστα παρεμβατικές επεμβάσεις (MIGS) που εφαρμόζονται πλέον και στη χώρα μας» εξήγησε ο κ. Στυλιανός Κανδαράκης, Χειρ. Οφθαλμίατρος, Επικ. Καθηγητής Οφθαλμολογίας, ΕΚΠΑ, Α’ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική, Νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος, σημειώνοντας πόσο σημαντική είναι η σωστή ενημέρωση και η στενή συνεργασία με τον οφθαλμίατρο είναι καθοριστικές για τη μακροχρόνια διαχείριση του γλαυκώματος όπως και η πιστή συμμόρφωση στη θεραπεία.

Διαβάστε επίσης 

Γλαύκωμα – Εκφύλιση ωχράς κηλίδας: Οι δύο μεγαλύτεροι εχθροί της όρασης

Αρτηριακή πίεση: Πώς συνδέεται με το γλαύκωμα και τον κίνδυνο απώλειας της όρασης

Γλαύκωμα: Το συμπλήρωμα βιταμινών που μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνισή του