Μια εκτεταμένη εργαστηριακή έρευνα εντόπισε περισσότερες από 100 άγνωστες μέχρι σήμερα αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων και φάρμακα στα εντερικά βακτήρια. Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχώρισε ο συνδυασμός της ισοστεβιόλης, μιας ένωσης που προέρχεται από τη στέβια, με το αντικαταθλιπτικό φάρμακο δουλοξετίνη.
Εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν καθημερινά αντικαταθλιπτικά, ενώ παράλληλα καταναλώνουν αναψυκτικά διαίτης, τσίχλες χωρίς ζάχαρη και προϊόντα χαμηλών θερμίδων, που περιέχουν φυσικά ή τεχνητά γλυκαντικά. Η νέα μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει τι μπορεί να συμβεί όταν αυτές οι ουσίες συναντώνται ταυτόχρονα στο πεπτικό σύστημα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο Molecular Systems Biology.
Οι ερευνητές εξέτασαν 39 γλυκαντικά που κυκλοφορούν στο εμπόριο και μελέτησαν την επίδρασή τους σε 25 στελέχη και είδη εντερικών βακτηρίων. Περίπου τα 3/4 των γλυκαντικών φάνηκε να μεταβάλλουν άμεσα την ανάπτυξη τουλάχιστον ενός βακτηριακού στελέχους.
Ο συνδυασμός που προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον
Η ισοστεβιόλη, η οποία προέρχεται από το φυτό στέβια και χρησιμοποιείται σε ορισμένα γλυκαντικά προϊόντα, συνδυάστηκε με τη δουλοξετίνη. Μαζί, οι δύο ουσίες ανέστειλαν την ανάπτυξη δύο βακτηριακών ειδών που συνδέονται με την υγεία του εντέρου: του Roseburia intestinalis και του Parabacteroides merdae.
Η επίδραση του συνδυασμού ήταν ισχυρότερη από εκείνη που προκαλούσε κάθε ουσία ξεχωριστά. Το Roseburia intestinalis έχει συσχετιστεί με τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα και την προστασία από την εντερική φλεγμονή, ενώ το Parabacteroides merdae αποτελεί συνηθισμένο μέλος μιας ισορροπημένης μικροβιακής κοινότητας.
Η δουλοξετίνη είναι ένα ευρέως χορηγούμενο αντικαταθλιπτικό. Σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται στη μελέτη, ήταν το 31ο συχνότερα συνταγογραφούμενο φάρμακο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2022 και το 2023, με περισσότερες από 18 εκατομμύρια συνταγές σε πάνω από 4 εκατομμύρια ασθενείς. Παράλληλα, τα γλυκαντικά που προέρχονται από τη στέβια χρησιμοποιούνται ευρέως, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα τα δύο προϊόντα να καταναλώνονται από το ίδιο άτομο.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Η μελέτη διεξήχθη από επιστήμονες της Μονάδας Τοξικολογίας του MRC στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας στη Χαϊδελβέργη.
Οι ερευνητές επέλεξαν 25 βακτηριακά στελέχη και είδη, ώστε να αναπαραστήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τη βιοποικιλότητα ενός υγιούς ανθρώπινου εντέρου. Σε αυτά περιλαμβάνονταν ευεργετικά προβιοτικά βακτήρια, κοινά είδη του μικροβιώματος και μικροοργανισμοί που, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα.
Στη δοκιμή χρησιμοποιήθηκαν 39 γλυκαντικά σε καθαρή μορφή, μεταξύ των οποίων ενώσεις της στέβιας, σακχαρίνη, ασπαρτάμη και σουκραλόζη. Κάθε γλυκαντικό εξετάστηκε ξεχωριστά απέναντι σε κάθε βακτηριακό στέλεχος, δημιουργώντας συνολικά 975 συνδυασμούς. Μια αλληλεπίδραση θεωρούνταν σημαντική μόνο όταν επαναλαμβανόταν σε ανεξάρτητα πειράματα και σε διαφορετικές συγκεντρώσεις, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος ψευδών αποτελεσμάτων.
Περισσότερες από 100 νέες αλληλεπιδράσεις
Στο δεύτερο στάδιο, τα 39 γλυκαντικά συνδυάστηκαν με 4 ουσίες που καταναλώνονται συχνά: Την αδβαντάμη, την καφεΐνη, τη βανιλίνη και τη δουλοξετίνη.
Οι επιστήμονες εντόπισαν 102 σημαντικές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες επηρέασαν 9 είδη εντερικών βακτηρίων. Σε 68 περιπτώσεις, η μία ουσία μείωνε την επίδραση της άλλης. Σε 34 περιπτώσεις, όμως, ο συνδυασμός είχε ισχυρότερη δράση από κάθε ουσία μεμονωμένα. Η εντονότερη αλληλεπίδραση αφορούσε στον συνδυασμό ισοστεβιόλης και δουλοξετίνης στο Roseburia intestinalis.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές δημιούργησαν μια τεχνητή εντερική κοινότητα με τα 25 βακτηριακά στελέχη. Η έκθεση στον συγκεκριμένο συνδυασμό μείωσε σημαντικά τη συνολική βακτηριακή ποικιλομορφία, ενώ 24 από τα 25 στελέχη παρουσίασαν περιορισμένη ανάπτυξη.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι δύο ενώσεις επηρέασαν πρωτεΐνες που ρυθμίζουν τη μεταφορά μικρών μορίων μέσα και έξω από τα βακτηριακά κύτταρα. Ξεχωριστό γενετικό πείραμα επιβεβαίωσε ότι αυτές οι πρωτεΐνες της μεμβράνης παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση των βακτηρίων μετά την έκθεση στον συνδυασμό.
Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά σε εργαστηριακές συνθήκες και δεν αποδεικνύει ότι τα ίδια φαινόμενα συμβαίνουν στο ανθρώπινο σώμα. Δεν είναι, επίσης, σαφές εάν οι συγκεντρώσεις των ουσιών αντιστοιχούν σε εκείνες που φτάνουν στο παχύ έντερο μετά από φυσιολογική κατανάλωση.
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι όσοι λαμβάνουν δουλοξετίνη πρέπει να διακόψουν το φάρμακο ή να αποφεύγουν προϊόντα με στέβια χωρίς ιατρική συμβουλή. Αναδεικνύουν, ωστόσο, την ανάγκη να μελετώνται όχι μόνο οι μεμονωμένες ουσίες, αλλά και οι συνδυασμοί φαρμάκων, γλυκαντικών και προσθέτων τροφίμων στους οποίους εκτίθεται καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.
Διαβάστε επίσης
Τεχνητά γλυκαντικά: Τι προκαλούν σε έντερο, σάκχαρο και φλεγμονή ακόμη και δύο γενιές μετά
Καρκίνος: Ποιο γλυκαντικό μπλοκάρει την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας – Έρευνα αποκαλύπτει