Αυτό που τρώμε σήμερα μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη δική μας υγεία, αλλά και εκείνη των μελλοντικών γενεών. Μια νέα μελέτη σε ποντίκια υποδηλώνει ότι η κατανάλωση τεχνητών γλυκαντικών -και ειδικά ενός συγκεκριμένου- θα μπορούσε να έχει βιολογικές επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών ή ακόμη και των εγγονιών μας.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Nutrition, προστίθεται σ’ ένα αυξανόμενο σώμα στοιχείων που αμφισβητούν τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια των γλυκαντικών μηδενικών θερμίδων. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Χιλής διαπίστωσαν ότι η σουκραλόζη, ειδικότερα, αλλοίωσε τα βακτήρια του εντέρου, τη γονιδιακή δραστηριότητα και τους μεταβολικούς δείκτες, με τις επιπτώσεις να αποτυπώνονται στον οργανισμό και των επόμενων δύο γενεών.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τρεις γενιές ποντικών με στόχο να διερευνήσουν τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κατανάλωσης τεχνητών γλυκαντικών. Η αρχική ομάδα των 47 ζώων χωρίστηκε σε τρεις κατηγορίες:
- η μία κατανάλωνε απλό νερό,
- η άλλη νερό με σουκραλόζη και
- η τρίτη νερό με στέβια.
Η δοσολογία αντανακλούσε επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή για τον άνθρωπο.
Μετά από 16 εβδομάδες, τα ποντίκια αναπαράχθηκαν για να αποκτήσουν απογόνους και, στη συνέχεια, μια δεύτερη γενιά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια εκτέθηκαν σε γλυκαντικά – κατανάλωναν μόνο τυπική διατροφή και απλό νερό. Αυτό επέτρεψε στους ερευνητές να γνωρίζουν ότι τυχόν αλλαγές είχαν μεταδοθεί βιολογικά.
Στην ηλικία των 20 εβδομάδων, όλα τα ποντίκια υποβλήθηκαν σε εξετάσεις ανάλυσης του σακχάρου στο αίμα, του εντερικού μικροβιώματος και της μέτρησης βασικών γονιδίων που σχετίζονται με το μεταβολισμό και τη φλεγμονή.
Μακροχρόνιες βιολογικές αλλαγές
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η σουκραλόζη είχε τις πιο σημαντικές και μακροχρόνιες επιδράσεις. Αν και δεν αλλοίωσε άμεσα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα των ποντικιών – γονέων, μείωσε τα επίπεδα λιπαρών οξέων βραχείας αλυσίδας – ευεργετικών ενώσεων που συνδέονται με την υγεία του εντέρου και τη μεταβολική ισορροπία.
Η σουκραλόζη αύξησε επίσης τη δραστηριότητα γονιδίων που σχετίζονται με τη φλεγμονή στα έντερα και μείωσε τη δραστηριότητα ενός γονιδίου του ήπατος που εμπλέκεται στο μεταβολισμό του λίπους και τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα. Αυτές οι αλλαγές, μάλιστα, δεν περιορίστηκαν στη γενιά των γονέων. Παρόμοια μοτίβα εμφανίστηκαν στους απογόνους. Τα γονίδια που σχετίζονται με τη φλεγμονή παρέμειναν υπερδραστήρια, ενώ το κατασταλμένο γονίδιο του ήπατος συνέχισε να παρουσιάζει μειωμένη δραστηριότητα τόσο στα παιδιά, όσο και στα εγγόνια. Οι αρσενικοί απόγονοι, ειδικότερα, παρουσίασαν σημάδια αλλοιωμένης ρύθμισης του σακχάρου στο αίμα.
Το πιο εντυπωσιακό ίσως εύρημα ήταν οι αλλαγές στα βακτήρια του εντέρου: Η σουκραλόζη διατάραξε σημαντικά τη μικροβιακή ισορροπία των ποντικών – γονέων, αλλοιώσεις που διατηρήθηκαν -αν και κάπως μειωμένες- και στις επόμενες γενιές.
Η στέβια, ένα φυτικό γλυκαντικό, έδειξε συνολικά πιο ήπιες επιδράσεις. Ενώ μείωσε επίσης τα ευεργετικά λιπαρά οξέα, η επίδρασή της στα βακτήρια του εντέρου και τη γονιδιακή δραστηριότητα ήταν πολύ λιγότερη και λιγότερο συνεπής μεταξύ γενεών.
Γιατί η σουκραλόζη ξεχωρίζει
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ισχυρότερη επίδραση της σουκραλόζης οφείλεται ενδεχομένως στον τρόπο με τον οποίο την μεταβολίζει ο οργανισμός. Σε αντίθεση με τη στέβια, η οποία αποδομείται γρήγορα, η σουκραλόζη διέρχεται από το πεπτικό σύστημα σχεδόν αμετάβλητη. Αυτή η παρατεταμένη παρουσία στο έντερο ενδέχεται να διαταράσσει τις μικροβιακές κοινότητες σε μεγαλύτερο βαθμό.
Η μελέτη εντόπισε επίσης έναν πιθανό κύκλο ανατροφοδότησης: Ορισμένα βακτήρια που συνδέονται με την έκθεση στη σουκραλόζη φάνηκε να προάγουν τη φλεγμονή, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να αλλοιώσει περαιτέρω το εντερικό περιβάλλον.
Αυξανόμενος προβληματισμός
Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί εάν παρόμοιες επιδράσεις σημειώνονται και στον ανθρώπινο οργανισμό. Ωστόσο, οι βιολογικοί μηχανισμοί που εξετάστηκαν -όπως η ισορροπία του εντερικού μικροβιώματος και η φλεγμονή- είναι κοινοί σε όλα τα είδη, καθιστώντας τα ευρήματα άξια για περαιτέρω διερεύνηση.
Στόχος της μελέτης, σύμφωνα με την επικεφαλής ερευνήτρια, δρ. Francisca Concha Celume, δεν είναι να προκαλέσει ανησυχία, αλλά να ενθαρρύνει περισσότερη έρευνα και συνειδητή κατανάλωση. Δεδομένης της ευρείας χρήσης των τεχνητών γλυκαντικών -ιδιαίτερα μεταξύ ατόμων αναπαραγωγικής ηλικίας- η πιθανότητα μακροπρόθεσμων, διαγενεακών επιπτώσεων εγείρει σημαντικά ερωτήματα.
Διαβάστε επίσης
Νέα στοιχεία για τα γλυκαντικά και το βάρος – Τι δείχνουν οι μελέτες Sweet και Sweet Tooth
Καρκίνος: Ποιο γλυκαντικό μπλοκάρει την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας – Έρευνα αποκαλύπτει