Έχετε κι εσείς την αίσθηση ότι επικοινωνείτε λεκτικά όλο και λιγότερο; Δυστυχώς δεν είναι μόνο η ιδέα σας. Σύμφωνα με νεότερη μελέτη, ο αριθμός των λέξεων που χρησιμοποιούμε σε διαλόγους δια ζώσης έχει μειωθεί σχεδόν κατά 28% από το 2005 έως το 2019. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σήμερα λέμε περίπου 300 λιγότερες λέξεις κάθε μέρα, με σημαντικές συνέπειες για την ευημερία μας.
Τα smartphones και τα social media έχουν κάποιο μερίδιο ευθύνης για αυτή την αλλαγή, εφόσον αρκετές συνομιλίες έχουν μεταφερθεί ψηφιακά ή και σε τελείως άλλο πλαίσιο, με κάποιο chatbot τεχνητής νοημοσύνης. Η μείωση, όμως, έχει παρατηρηθεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες, που δεν είναι τόσο εξοικειωμένες με τις νέες τεχνολογίες. Πρόκειται για μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο ζωής, δήλωσε ο Δρ. Matthias Mehl, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Arizona.
«Έχουμε χάσει πολλές μικρές, τυχαίες συνομιλίες: να ζητήσουμε βοήθεια από έναν υπάλληλο, να ρωτήσουμε οδηγίες από έναν άγνωστο για κάποιο μέρος που δεν μπορούμε να βρούμε, να πιάσουμε κουβέντα με έναν γείτονα», ανέφερε.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές;
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 22 έρευνες με τη συμμετοχή περίπου 2.200 ατόμων ηλικίας 10 έως 94 ετών, οι οποίοι κατέγραφαν στιγμιότυπα από την καθημερινή τους ζωή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο μέσος αριθμός λέξεων μειώθηκε από 15.900 το 2007 σε 12.700 το 2019 – δηλαδή περίπου 338 λιγότερες λέξεις την ημέρα.
Όπως σημειώνει ο Δρ. Mehl, αυτό μεταφράζεται σε «περισσότερες από 120.000 λιγότερες λέξεις τον χρόνο». Παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία μετά το 2019, ο ίδιος δηλώνει ότι θα ήταν «έκπληξη» αν η τάση αυτή είχε ανατραπεί. Αν και οι νεότεροι φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο, και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εμφανίζουν σαφή μείωση στην καθημερινή επικοινωνία.
«Αυτό υποδηλώνει ότι η ηλικία ή η χρήση της τεχνολογίας από μόνες τους δεν εξηγούν πλήρως την τάση» εξηγεί η Δρ. Valeria Pfeifer, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Missouri – Kansas City (UMKC).
Ανησυχητικές οι επιπτώσεις
Οι δύο ερευνητές εκφράζουν ανησυχία για τις επιπτώσεις αυτής της αλλαγής στην ψυχική υγεία. Η μείωση των προφορικών λέξεων ενδέχεται να συνδέεται με την αυξανόμενη μοναξιά, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «επιδημία» από διάφορους ειδικούς. Ο Δρ. Mehl τονίζει: «Οι προφορικές λέξεις μεταφέρουν κάτι που οι γραπτές συχνά δεν μπορούν: παρουσία, τόνο και τον αυθορμητισμό μιας πραγματικής ανταλλαγής».
Από την πλευρά της, η Δρ. Pfeifer υπογραμμίζει: «Το να μιλάμε λιγότερο σημαίνει ότι περνάμε λιγότερο χρόνο συνδεόμενοι με άλλους». Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μοναξιά μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, ενώ οι καθημερινές συνομιλίες λειτουργούν προστατευτικά: «Οι καθημερινές συνομιλίες μειώνουν την αρτηριακή πίεση και μας προστατεύουν από την κατάθλιψη και το άγχος».
Η αξία της ουσιαστικής επικοινωνίας
Ενθαρρυντικά είναι τα ευρήματα προηγούμενης έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Kansas, σύμφωνα με την οποία ακόμη και μία ποιοτική συζήτηση την ημέρα αρκεί για να βελτιώσει την ευημερία.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα μπορούν να κάνουν τη διαφορά με την πάροδο του χρόνου. «Οι άνθρωποι βασίζονται στην προφορική γλώσσα για περισσότερα από 200.000 χρόνια. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η στροφή προς την πιο ψηφιακή επικοινωνία έχει κοινωνικό κόστος. Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν την ανάγκη να κατανοήσουμε καλύτερα πώς τόσο η προφορική όσο και η γραπτή επικοινωνία επηρεάζουν τη μοναξιά, την υγεία και την ευημερία» καταλήγει η Δρ. Pfeifer.
Διαβάστε επίσης
Σχέσεις: 3 σημάδια ότι σας άφησε στο «διαβάστηκε»
Προσωπικότητα: Ποιες λέξεις στα μηνύματα μαρτυρούν ότι κάποιος είναι ψυχοπαθής