Πώς είναι να γνωρίζει κάποιος ότι σε μία από τις μεγαλύτερες αρτηρίες του σώματός του υπάρχει ένα ανεύρυσμα, το οποίο δεν μπορεί ούτε να δει ούτε να αισθανθεί, αλλά πρέπει να παρακολουθεί συστηματικά για χρόνια; Για κάποιους ασθενείς είναι σαν να ζουν με μια «ωρολογιακή βόμβα». Για άλλους, είναι μια πληροφορία που σταδιακά μαθαίνουν να εντάσσουν στην καθημερινότητά τους, χωρίς όμως να μπορούν ποτέ να την ξεχάσουν εντελώς.

Αυτή την λιγότερο ορατή πλευρά του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής αναδεικνύει νέα συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Journal of Vascular Nursing. Οι ερευνητές εξέτασαν 14 μελέτες με συνολικά 150 ασθενείς και διαπίστωσαν ότι η αβεβαιότητα, το άγχος και η αίσθηση απώλειας ελέγχου μπορεί να συνοδεύουν τους ασθενείς από τη διάγνωση και την παρακολούθηση έως το χειρουργείο και την ανάρρωση.

Τα ευρήματα αυτά αναλύουν σε άρθρο τους στο The Conversation δυο εκ των ερευνητών της μελέτης, ο Ukachukwu Abaraogu, ανώτερος λέκτορας Δημόσιας Υγείας, Σύνθεσης Ερευνητικών Δεδομένων και Αποκατάστασης στο University of the West of Scotland, και ο Chris Seenan, ανώτερος λέκτορας Φυσικοθεραπείας στο University of Stirling.

Μια πάθηση που συνήθως δεν «προειδοποιεί»

Το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής είναι μια διόγκωση που αναπτύσσεται στο τμήμα της αορτής που περνά από την κοιλιά. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα. Όπως σημειώνουν οι δύο ερευνητές, ο κίνδυνος εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το μέγεθος του ανευρύσματος και τον ρυθμό με τον οποίο μεγαλώνει. Όταν είναι μικρό, η συνήθης αντιμετώπιση είναι η ενεργή παρακολούθησή του με τακτικές απεικονιστικές εξετάσεις και παράλληλη αντιμετώπιση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου.

Σύμφωνα με μια διαφορετική ανασκόπηση τεσσάρων κλινικών δοκιμών, δεν αποδείχθηκε κανένα όφελος στην επιβίωση από την πρώιμη χειρουργική επέμβαση σε μικρά, ασυμπτωματικά ανευρύσματα. Το χειρουργείο δεν στερείται κινδύνων, σύμφωνα με τους δύο ειδικούς. Έτσι, για αρκετούς ασθενείς αρχίζει μια μακρά περίοδος κατά την οποία γνωρίζουν ότι έχουν μια δυνητικά επικίνδυνη πάθηση, αλλά δεν χρειάζεται ακόμη να υποβληθούν σε επέμβαση. «Η έρευνά μας υποδηλώνει ότι η συναισθηματική επίδραση της επιτήρησης μπορεί να υποτιμηθεί» σημειώνουν.

Η αγωνία μέχρι το επόμενο ραντεβού

Σε αυτό ακριβώς το διάστημα εστιάζει η νέα ανασκόπηση. Οι 150 συμμετέχοντες στις μελέτες ήταν κυρίως άνδρες, ηλικίας από 53 έως 88 ετών, και οι ερευνητές μελέτησαν τις εμπειρίες τους από τη διάγνωση, την παρακολούθηση, τη χειρουργική αντιμετώπιση και την αποκατάσταση.

Η αβεβαιότητα αναδείχθηκε σε κυρίαρχο στοιχείο. «Κάποιοι ασθενείς περιέγραψαν το ανεύρυσμα ως “ωρολογιακή βόμβα που χτυπάει”. Ένιωθαν παγιδευμένοι ανάμεσα στην κανονικότητα της έλλειψης συμπτωμάτων και στη γνώση ότι η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί. Κάποιοι άρχισαν να παρατηρούν εντονότερα το σώμα τους, αναρωτώμενοι εάν ένας συνηθισμένος πόνος ή μια ενόχληση μπορούσε να σημαίνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά» εξηγούν οι ερευνητές.

Επιπλέον, οι επαναληπτικοί έλεγχοι λειτουργούσαν συχνά καθησυχαστικά όταν επιβεβαίωναν ότι το ανεύρυσμα παρέμενε σταθερό. Για ορισμένους, όμως, η ανακούφιση ήταν προσωρινή, καθώς όσο πλησίαζε η επόμενη εξέταση, το άγχος επέστρεφε και η ζωή άρχιζε να οργανώνεται γύρω από τις ημερομηνίες των ελέγχων.

Ποια ερωτήματα έμειναν αναπάντητα; 

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορά τα αναπάντητα ερωτήματα της καθημερινότητας. Οι πληροφορίες που λάμβαναν οι ασθενείς επικεντρώνονταν συχνά στις διαστάσεις του ανευρύσματος και στο πότε θα μπορούσε να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Αυτό όμως δεν απαντούσε πάντοτε σε πολύ πρακτικές αγωνίες: Τι μπορώ να κάνω με ασφάλεια; Μπορώ να ασκούμαι; Μπορώ να επηρεάσω την εξέλιξη της πάθησης; «Μερικοί άνθρωποι ένιωθαν ανίκανοι να συμμετάσχουν με αυτοπεποίθηση στη λήψη αποφάσεων επειδή δεν κατανοούσαν πλήρως τις επιλογές» σχολιάζουν οι ερευνητές.

Ορισμένοι περιόριζαν τη σωματική δραστηριότητα επειδή φοβούνταν ότι η προσπάθεια θα μπορούσε να προκαλέσει ρήξη. Άλλοι, αντίθετα, πίστευαν ότι η άσκηση θα μπορούσε να μικρύνει το ανεύρυσμα. Όπως οι ίδιοι επισημαίνουν, η άσκηση θεωρείται γενικά ασφαλής για τα άτομα με ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, με τις συστάσεις να εξατομικεύονται ανάλογα με το ανεύρυσμα και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας. Μπορεί να ωφελήσει την καρδιαγγειακή υγεία, δεν έχει όμως αποδειχθεί ότι μειώνει το μέγεθος του ανευρύσματος.

Παρανοήσεις καταγράφηκαν και σχετικά με το κάπνισμα. Μερικοί ασθενείς αμφέβαλλαν κατά πόσο είχε νόημα να το διακόψουν εφόσον το ανεύρυσμα είχε ήδη δημιουργηθεί, σύμφωνα με τους ειδικούς. Ωστόσο, το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου και η διακοπή του είναι σημαντικό μέρος της διαχείρισης του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Τι συμβαίνει την ώρα του χειρουργείου; 

Στις εμπειρίες που ανέλυσαν οι ερευνητές, το χειρουργείο συνδεόταν ταυτόχρονα με ελπίδα και φόβο. Πρόσφερε τη δυνατότητα αντιμετώπισης ενός κινδύνου με τον οποίο οι ασθενείς μπορεί να ζούσαν επί χρόνια, αλλά τους έφερνε αντιμέτωπους με μια σοβαρή ιατρική πράξη και τους κινδύνους της.

Η αβεβαιότητα, μάλιστα, μπορούσε να συνεχιστεί και μετά την επέμβαση. Κόπωση, αλλαγές στην όρεξη, συναισθηματικές μεταπτώσεις και μια πιο αργή από την αναμενόμενη επιστροφή στην καθημερινότητα αναφέρθηκαν από ασθενείς, αρκετοί από τους οποίους αισθάνονταν ότι δεν είχαν προετοιμαστεί επαρκώς για όσα θα ακολουθούσαν μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. «Έχοντας περάσει μήνες ή ακόμη και χρόνια ζυγίζοντας τους κινδύνους της επέμβασης, κάποιοι ασθενείς ένιωθαν αποπροσανατολισμένοι επειδή κανείς δεν τους είχε προετοιμάσει για το πώς μπορεί να είναι οι εβδομάδες που ακολουθούν το χειρουργείο» τονίζουν.

Η φροντίδα που θα πρέπει να συνεχίζεται

Όπως συνοψίζουν οι ερευνητές, τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν για τους ασθενείς, μέσα από κατανοητές πληροφορίες για το μέγεθος και την εξέλιξή του, σαφείς οδηγίες για τη σωματική δραστηριότητα και τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, αλλά και ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία τους. Πριν από ένα πιθανό χειρουργείο χρειάζονται χρόνο για ερωτήσεις, ενώ μετά την επέμβαση χρειάζονται ρεαλιστική ενημέρωση για την πορεία της ανάρρωσης.

Αν και στις μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση συμμετείχαν σχετικά λίγες γυναίκες -ένα περιορισμό που επισημαίνουν και οι ίδιοι- η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: η κλινική παρακολούθηση χρειάζεται να συνοδεύεται από επαρκή ενημέρωση, πρακτική καθοδήγηση και ψυχολογική υποστήριξη.

«Για πολλούς ανθρώπους, ίσως το δυσκολότερο κομμάτι του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής είναι ότι πρέπει να ζουν με μια πάθηση την οποία συνήθως δεν μπορούν να αισθανθούν, αλλά δεν μπορούν ποτέ να ξεχάσουν εντελώς» καταλήγουν.

Διαβάστε επίσης

Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής: Ο παράγοντας που «δείχνει» αυτούς που κινδυνεύουν

Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής: Πώς να αποφύγετε τη ρήξη

Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Τι είναι; Γιατί είναι επικίνδυνο; Διάγνωση και θεραπεία