Οι ενέσεις απώλειας βάρους, όπως η σεμαγλουτίδη, έφεραν την επανάσταση στο αδυνάτισμα. Σε κλινικές δοκιμές, οι άνθρωποι έχασαν κατά μέσο όρο το 15%-20% του σωματικού τους βάρους, αποτελέσματα που έμοιαζαν σχεδόν θαυματουργά σε σύγκριση με τα παραδοσιακά προγράμματα διατροφής και άσκησης.
Αν και αυτό ακούγεται ιδιαίτερα ευοίωνο, μια «παγίδα» ξεκινά να διαφαίνεται: μετά τη διακοπή τους, το βάρος επιστρέφει. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι περισσότεροι πληρώνουν από την τσέπη τους τα ενέσιμα, με κόστος £120–£250 τον μήνα. Περισσότεροι από τους μισούς σταματούν τη θεραπεία μέσα σε έναν χρόνο, κυρίως λόγω κόστους.
Ως αποτέλεσμα, ξαναπαίρνουν όλο το βάρος που έχασαν μέσα σε μόλις 18 μήνες από τη διακοπή της αγωγής. Αυτό συμπεραίνουν από την πρόσφατη έρευνά τους τρεις επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης: ο Sam West, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στις Επιστήμες Υγείας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, ο Δημήτριος Κουτουκίδης, Ανώτερος Ερευνητής στην Επιστήμη της Συμπεριφοράς και η Susan Jebb, Καθηγήτρια Διατροφής και Υγείας Πληθυσμού, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Τι συμβαίνει μετά τη διακοπή
«Αυτό συμβαίνει εκπληκτικά γρήγορα, σχεδόν τέσσερις φορές ταχύτερα από την επαναπρόσληψη βάρους που παρατηρείται μετά τη διακοπή προγραμμάτων απώλειας βάρους βασισμένων στη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα. Τα οφέλη για την υγεία εξαφανίζονται επίσης, με την αρτηριακή πίεση, τη χοληστερόλη και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα να επιστρέφουν εκεί όπου ήταν αρχικά» σημειώνουν στο άρθρο τους στο The Conversation.
Όπως εξηγούν, όλα αυτά έχουν σημασία, γιατί σημαίνει ότι αυτά τα φάρμακα ίσως χρειάζεται να λαμβάνονται μακροπρόθεσμα – ενδεχομένως εφ’ όρου ζωής – για να διατηρηθούν τα οφέλη. «Ορισμένοι ιδιωτικοί πάροχοι προσφέρουν εντατική υποστήριξη παράλληλα με τη φαρμακευτική αγωγή.
Η ανασκόπησή μας έδειξε ότι αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να χάσουν κατά μέσο όρο επιπλέον 4,6 κιλά. Ωστόσο, δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η υποστήριξη κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή των φαρμάκων βοήθησε στην επιβράδυνση της επαναπρόσληψης βάρους» τονίζουν.
Ζήτημα ισότητας και κόστους για τα δημόσια συστήματα υγείας
Η ταχεία επιστροφή των κιλών θέτει σοβαρά ερωτήματα για το αν αυτές οι θεραπείες αποτελούν καλή επένδυση για τα δημόσια συστήματα υγείας, σύμφωνα με τους ερευνητές. Η παχυσαρκία εμφανίζεται συχνότερα σε κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες, οι οποίες είναι και οι λιγότερο ικανές να αντέξουν οικονομικά μια ιδιωτική θεραπεία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) χορηγεί σταδιακά τα φάρμακα αυτά, αλλά μόνο σε άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία (ΔΜΣ άνω του 40) και πολλαπλές συνοδές παθήσεις, όπως υπέρταση. Έτσι, πολλοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να ωφεληθούν, αποκλείονται στην πράξη, εκτός αν πληρώσουν ιδιωτικά. «Το κόστος μπορεί τελικά να μειωθεί καθώς λήγουν οι πατέντες των υπαρχόντων φαρμάκων και αναπτύσσονται φθηνότερες από του στόματος εκδοχές, αλλά αυτό μπορεί να πάρει χρόνια» συμπληρώνουν.
Υπάρχουν εναλλακτικές;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα παραδοσιακά προγράμματα διαχείρισης βάρους παραμένουν η βάση της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας. Για παράδειγμα, προγράμματα ολικής αντικατάστασης διατροφής, με ειδικά ροφήματα και σούπες για 8 έως 12 εβδομάδες, μπορούν να επιτύχουν παρόμοια απώλεια βάρους με πολύ χαμηλότερο κόστος.
Συμπέρασμα
Οι νέες ενέσεις απώλειας βάρους ανέδειξαν ξεκάθαρα πόσο έντονη είναι η ανάγκη των ανθρώπων για αποτελεσματική βοήθεια. Όμως το ερώτημα της μακροχρόνιας αξίας και της δικαιοσύνης στην πρόσβαση παραμένει ανοιχτό. Η ευρύτερη διάθεση προσιτών προγραμμάτων απώλειας βάρους θα μπορούσε να βελτιώσει τη δημόσια υγεία και να προσφέρει πιο δίκαιες λύσεις, ακόμη κι αν τα αποτελέσματα δεν είναι τόσο θεαματικά όσο εκείνα της δια βίου φαρμακευτικής αγωγής, καταλήγουν.
Διαβάστε επίσης
Απώλεια βάρους: Το νέο χάπι που «καίει» λίπος, χωρίς να «λιώνει» τους μυς
ΠΟΥ: Νέες οδηγίες για τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας – Οι αντιδράσεις
Απίστευτη μεταμόρφωση: Έχασε 64 κιλά σε έναν χρόνο με μία απλή άσκηση – Δείτε βίντεο