Μια μεγάλη αμερικανική μελέτη δείχνει ότι πολύ υψηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης-α στο αίμα συνδέονται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων σε βάθος 30 ετών, ακόμη και σε γυναίκες που ήταν αρχικά απολύτως υγιείς.

Η λιποπρωτεΐνη-α αποτελεί αναγνωρισμένο αλλά λιγότερο γνωστό παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Τα επίπεδά της καθορίζονται κυρίως από τα γονίδια και σταθεροποιούνται πολύ νωρίς στη ζωή, γεγονός που σημαίνει ότι η έκθεση διαρκεί για δεκαετίες. Έτσι, μία και μόνο μέτρηση μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος δείκτης του μελλοντικού κινδύνου.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Brigham and Women’s Hospital και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Cardiology.

Ένας «δύσκολος» δείκτης στην πρόληψη

Παρά τη σημασία της, η λιποπρωτεΐνη-α παραμένει ένα δύσκολο κεφάλαιο στην καρδιαγγειακή πρόληψη. Από τη μία πλευρά, η γενετική της φύση καθιστά τον έλεγχο απλό. Από την άλλη, η περιορισμένη ανταπόκριση στη διατροφή, στην άσκηση και στα περισσότερα φάρμακα αφήνει λίγα περιθώρια παρέμβασης όταν τα επίπεδα είναι αυξημένα.

Προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει την αυξημένη λιποπρωτεΐνη-α με αθηροσκληρωτική νόσο, στένωση της αορτικής βαλβίδας και καρδιαγγειακό θάνατο. Ωστόσο, ο κίνδυνος αφορά σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμού, γεγονός που έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα για το ποιοι πραγματικά πρέπει να ελέγχονται.

Η μελέτη των 30 ετών

Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από τη μεγάλη Women’s Health Study. Στη μελέτη συμμετείχαν 27.748 γυναίκες, μέσης ηλικίας 53 ετών, χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου ή άλλης σοβαρής χρόνιας πάθησης.

Η παρακολούθηση ξεκίνησε το 1993 και διήρκεσε έως το 2023. Κατά την έναρξη, πραγματοποιήθηκε αιματολογικός έλεγχος για τη μέτρηση της λιποπρωτεΐνης-α, ενώ οι συμμετέχουσες παρακολουθήθηκαν για εμφάνιση εμφράγματος, στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου.

Πότε αυξάνεται πραγματικά ο κίνδυνος

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, όταν η λιποπρωτεΐνη-α ξεπερνά τα 30 mg/dL, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος αρχίζει να αυξάνεται. Σε πολύ υψηλές τιμές (≥120–130 mg/dL), ο κίνδυνος:

  • σε γυναίκες με επίπεδα ≥120 mg/dL είχαν 54% έως 74% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο για μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα μέσα σε 30 χρόνια, κάτι που αντιστοιχεί σε περίπου 10% μεγαλύτερο απόλυτο κίνδυνο σε σύγκριση με γυναίκες με χαμηλές τιμές.
  • Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα εμφανής για τη στεφανιαία νόσο, ενώ ο κίνδυνος για εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιαγγειακό θάνατο αυξανόταν κυρίως στα πιο ακραία επίπεδα λιποπρωτεΐνης-α.

Η ανάλυση επιβεβαίωσε και τη γενετική βάση της λιποπρωτεΐνης-α. Συγκεκριμένη γονιδιακή παραλλαγή (LPA rs3798220) συνδέθηκε με 27% υψηλότερο μακροπρόθεσμο καρδιαγγειακό κίνδυνο, επιβεβαιώνοντας ότι για ορισμένες γυναίκες ο κίνδυνος είναι «γραμμένος» στο DNA.

Τι αλλάζει στην κλινική πράξη

Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι, καθώς οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής και οι διαθέσιμες θεραπείες έχουν περιορισμένη επίδραση στη λιποπρωτεΐνη-α, η στοχευμένη μέτρηση μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από τον γενικευμένο έλεγχο.

Ο εντοπισμός γυναικών με πολύ υψηλές τιμές θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο στενή παρακολούθηση, αυστηρότερο έλεγχο των υπόλοιπων παραγόντων κινδύνου και μελλοντική αξιοποίηση νέων φαρμάκων που αναπτύσσονται ειδικά για τη μείωση της λιποπρωτεΐνης-α.

Συμπέρασμα

Η λιποπρωτεΐνη-α παραμένει ένας σχετικά άγνωστος αλλά ισχυρός δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, ο πραγματικός κίνδυνος εντοπίζεται στα πολύ υψηλά επίπεδα, τα οποία μπορεί να προδιαθέτουν για καρδιαγγειακή νόσο ακόμη και 30 χρόνια αργότερα.

Διαβάστε επίσης

Τέσσερις αγαπημένες νοστιμιές που βλάπτουν την καρδιά μας – Μια καρδιολόγος εξηγεί

Πώς θα προστατέψουμε την καρδιά με 5 απλά βήματα, σύμφωνα με καρδιολόγο

Ενεργειακά ποτά: Πόσο βλάπτουν την καρδιά – Ποιοι πρέπει να τα κόψουν