Η έκθεση στον ήλιο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας, ιδιαίτερα στις χώρες της Μεσογείου και ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ωστόσο, η υπερβολική και χωρίς προστατευτικά μέτρα, ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να αποτελέσει αιτιολογικό παράγοντα πρόωρης φωτογήρανσης, μελαγχρωματικών διαταραχών και, κυρίως διαφόρων μορφών καρκίνου του δέρματος.
Η υπεριώδης ακτινοβολία από το ηλιακό φως μεταβάλλεται ως προς την ένταση και το φάσμα της ανάλογα με την εποχή και το γεωγραφικό πλάτος και έχει τόσο επιβλαβείς, όσο και ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία μας. Η ηλιακή ακτινοβολία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του δέρματος. Τα μη μελανωτικά καρκινώματα, τα βασικοκυτταρικά και ακανθοκυτταρικά καρκινώματα, είναι οι συχνότεροι καρκίνοι σε ηλικιωμένους με ανοιχτόχρωμο δέρμα, ωστόσο η θνησιμότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή. Έχει φανεί πως ιδίως η διαλείπουσα έκθεση στον ήλιο αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το πιο επικίνδυνο μελάνωμα.
Η υπεριώδης ακτινοβολία (UV) διακρίνεται σε UVA, UVB και UVC. Η UVC (100–280 nm) απορροφάται πλήρως από την ατμόσφαιρα, ενώ η UVB (280–320 nm) ευθύνεται κυρίως για τα ηλιακά εγκαύματα και για τη σύνθεση της βιταμίνης D στο δέρμα. Η UVA (320–400 nm), διεισδύει βαθύτερα στο δέρμα και σχετίζεται με τη φωτογήρανση και ενισχύει τη δράση της UVB.
Η προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία είναι απαραίτητη όλο τον χρόνο, όχι μόνο το καλοκαίρι, και επιτυγχάνεται με καπέλο, ρούχα και γυαλιά ηλίου με φίλτρα UV, αντηλιακά ευρέος φάσματος, αποφυγή έκθεσης τις ώρες υψηλής ακτινοβολίας (11:00–16:00).
Η επαναλαμβανόμενη έκθεση χωρίς προστασία συμβάλλει στη συσσώρευση μεταλλάξεων στο DNA των κερατινοκυττάρων, οδηγώντας σε προκαρκινικές και καρκινικές βλάβες στο δέρμα (ακτινικές υπερκερατώσεις, μελανοκυτταρικούς και μη μελανοκυτταρικούς όγκους δέρματος).
Ο καρκίνος του δέρματος, η φωτογήρανση και η πρόκληση ή επιδείνωση φωτοευαίσθητων δερματοπαθειών έχουν αποτελέσει το επίκεντρο της φωτοβιολογικής έρευνας ήδη από το 1928, όταν ο Findlay επιβεβαίωσε την καρκινογόνο δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας, χρησιμοποιώντας πειραματικό μοντέλο καρκίνου του δέρματος σε ποντίκια. Εν συνεχεία, τα δεδομένα αυτά και όλων των μελετών που ακολούθησαν συντέλεσαν στην ταξινόμηση της υπεριώδους ακτινοβολίας από τη Διεθνή Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) ως καρκινογόνο Ομάδας 1 («επαρκή στοιχεία») για το ανθρώπινο δέρμα.
Τα αντηλιακά χωρίζονται σε φυσικά (ανόργανα) και χημικά (οργανικά) φίλτρα. Τα φυσικά αντανακλούν την UV ακτινοβολία (όπως το διοξείδιο του τιτανίου, οξείδιο του ψευδαργύρου), ενώ τα χημικά απορροφούν την ακτινοβολία και τη μετατρέπουν σε θερμότητα. Ιδανικά, τα σύγχρονα προϊόντα περιέχουν συνδυασμό φίλτρων για ευρέος φάσματος προστασία (UVA/UVB), ενώ αρκετά προσφέρουν και προστασία από υπέρυθρη ακτινοβολία ή μπλε φως.
Το SPF (Sun Protection Factor) είναι ένα μέτρο του πόση ηλιακή ενέργεια (υπεριώδης ακτινοβολία – UV) απαιτείται για να προκληθεί ηλιακό έγκαυμα σε προστατευμένο δέρμα (δηλαδή με την παρουσία αντηλιακού), σε σύγκριση με την ποσότητα ηλιακής ενέργειας που απαιτείται για να προκληθεί έγκαυμα σε απροστάτευτο δέρμα.
Όσο αυξάνεται η τιμή SPF, τόσο αυξάνεται και η προστασία από το ηλιακό έγκαυμα. Γενικά, απαιτείται λιγότερος χρόνος για να εκτεθεί κάποιος στην ίδια ποσότητα ηλιακής ενέργειας το μεσημέρι, σε σύγκριση με τις πρωινές ή απογευματινές ώρες, επειδή ο ήλιος είναι πιο έντονος το μεσημέρι. Η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας σχετίζεται επίσης με τη γεωγραφική τοποθεσία, με τις χαμηλότερες γεωγραφικές πλάτες (πιο κοντά στον ισημερινό) να έχουν μεγαλύτερη ηλιακή ένταση. Εκτός από την ηλιακή ένταση, υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ποσότητα ηλιακής ενέργειας, όπως ο φωτότυπος του δέρματος, η ποσότητα αντηλιακού που εφαρμόζεται, η συχνότητα επανεφαρμογής.
Τα αντηλιακά με υψηλότερους δείκτες SPF προσφέρουν γενικά μεγαλύτερη προστασία από τις UVB ακτίνες σε σύγκριση με προϊόντα που έχουν χαμηλότερους δείκτες. Για παράδειγμα, όταν εφαρμόζετε αντηλιακό με SPF 30, αυτό βοηθά να ανακλά ή/και να απορροφά περίπου το 97% της UVB ακτινοβολίας. Αντίστοιχα, ένα αντηλιακό με SPF 50 προσφέρει προστασία από περίπου το 98% των UVB ακτίνων, σύμφωνα με το Skin Cancer Foundation. Υπάρχουν επίσης αντηλιακά που περιέχουν SPF μεγαλύτερο του 50, φτάνοντας έως και το SPF 100.
Η πρόοδος στην ανθεκτικότητα στο νερό, η φωτοσταθερότητα των φίλτρων και η φιλικότητα προς το περιβάλλον βρίσκονται στο επίκεντρο της αντηλιακής καινοτομίας. Παράλληλα, η έρευνα εστιάζει σε προϊόντα με αντιοξειδωτικά, DNA repair ένζυμα και αντικατοπτρισμό του μπλε φωτός – όλα συμβάλλουν στην επιπλέον προστασία από οξειδωτικό στρες και φωτογήρανση.
Τέλος, σημαντική πρόκληση παραμένει η ενίσχυση της συμμόρφωσης του πληθυσμού: Εκπαίδευση, καμπάνιες ευαισθητοποίησης και εξατομικευμένες δερματολογικές οδηγίες είναι απαραίτητα εργαλεία για την εμπέδωση της αντηλιακής συμπεριφοράς ως στάση ζωής, και όχι απλώς εποχική πρακτική.
Η σωστή και συνεπής ηλιοπροστασία αποτελεί την αποτελεσματικότερη στρατηγική πρόληψης για τις περισσότερες δερματικές βλάβες, καλοήθεις και κακοήθεις. Ο ρόλος του δερματολόγου στην ενημέρωση και την προσαρμογή της αντηλιακής αγωγής στο εκάστοτε προφίλ ασθενούς είναι καθοριστικός για την υιοθέτηση μιας υγιούς, μακροχρόνιας συμπεριφοράς. Γι’ αυτό η πρώιμη διάγνωση και η πρόληψη με τον ετήσιο δερματολογικό έλεγχο είναι πρωτεύουσας σημασίας.
Διαβάστε επίσης
Ποιες είναι οι επικίνδυνες πόλεις που «καίνε» το δέρμα παγκοσμίως – Η θέση της Αθήνας
Απίστευτο! Κάπνισμα και ήλιος μας γερνούν κατά 11 χρόνια – Δείτε φωτογραφίες από πανομοιότυπα δίδυμα
Δέρμα: Φάρμακα και καλλυντικά που αυξάνουν την ευαισθησία στον ήλιο – Πώς να προφυλαχθούμε