*Γράφει η κυρία Kavita Patel, Πρόεδρος PhARMA Innovation Forum (PIF) – Διευθύνουσα Σύμβουλος Roche, Ελλάδα και Κύπρος

«Μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά την επένδυση στην υγεία;». Πρόκειται για ένα εύλογο ερώτημα σε μια εποχή που οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πιεστικές προτεραιότητες, όπως η άμυνα, η ενέργεια και η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η απάντηση, όμως, ίσως κρύβεται στην αντίστροφη ερώτηση: «Μπορούμε να αντέξουμε το κόστος της μη επένδυσης;». Γιατί η κακή υγεία δεν επιβαρύνει μόνο τον υγειονομικό προϋπολογισμό. Μειώνει την παραγωγικότητα, αυξάνει τις απουσίες από την εργασία, επιβαρύνει τις οικογένειες και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική μιας οικονομίας. Αντίστοιχα, η φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα υγείας. Μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό πυλώνα ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης.
Σε διεθνές επίπεδο, η επιστήμη κάνει άλματα προόδου, αλλά η Ευρώπη βρίσκεται απέναντι σε μια σκληρή πραγματικότητα. Πρόσφατα, οι επικεφαλής εννέα εκ των μεγαλύτερων φαρμακευτικών εταιρειών της Ευρώπης απηύθυναν κοινή επιστολή προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, υπογραμμίζοντας ότι «οι καμπάνες κινδύνου για την Ευρώπη χτυπούν δυνατά». Μέσα σε μία δεκαετία, το μερίδιο της Ευρώπης στην παγκόσμια έρευνα συρρικνώθηκε, ενώ οι εμπορικές κλινικές δοκιμές υποδιπλασιάστηκαν, με τις ΗΠΑ και την Κίνα να απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, η Ευρώπη αρχίζει να αναγνωρίζει ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και χρηματοδοτείται η καινοτομία αποτελεί στρατηγική επιλογή. Στη Γαλλία, το κράτος και οι εκπρόσωποι της φαρμακευτικής βιομηχανίας υπέγραψαν πρόσφατα νέο πολυετές πλαίσιο για τα φάρμακα, επιδιώκοντας μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, καλύτερη πρόσβαση στην καινοτομία και ενίσχυση της ελκυστικότητας της χώρας για επενδύσεις. Στην Ιταλία, ο προϋπολογισμός του 2026 αύξησε τα όρια της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, δημιουργώντας περισσότερο χώρο για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών. Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η καινοτομία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως δαπάνη προς περιορισμό, αλλά ως στρατηγικό κεφάλαιο για την οικονομία.
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια χώρα που προσελκύει την καινοτομία. Με το εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό και τις αξιόλογες υποδομές που διαθέτει, η χώρα μπορεί να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο κλινικής έρευνας, δημιουργώντας ποιοτικές θέσεις εργασίας, ανακόπτοντας το brain drain και συνδέοντας τα ελληνικά πανεπιστήμια με την παγκόσμια πρωτοπορία. Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον για να μπορέσει η καινοτομία να ανθίσει.
Σήμερα, όμως, σημαντικές εγχώριες αδυναμίες παραμένουν. Οι υποχρεωτικές επιστροφές των φαρμακευτικών εταιρειών μέσω του clawback έχουν φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ιδίως στα νοσοκομειακά φάρμακα, μετατρέποντας έναν έκτακτο μηχανισμό συγκράτησης της δαπάνης σε μόνιμο αντικίνητρο για επενδύσεις. Παράλληλα, γραφειοκρατικά εμπόδια, όπως ο «κανόνας 5/11», που απαιτεί από ένα καινοτόμο φάρμακο να αποζημιώνεται σε τουλάχιστον πέντε από έντεκα προκαθορισμένες χώρες πριν εισέλθει στη ελληνική διαδικασία αξιολόγησης, συνεχίζουν να καθυστερούν την πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερη χρηματοδότηση. Είναι ένα πιο βιώσιμο και αποτελεσματικό σύστημα, που θα συνδέει καλύτερα την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, τη διαπραγμάτευση και την αποζημίωση, θα επιβραβεύει την πραγματική αξία και θα δημιουργεί σαφείς κανόνες για την είσοδο της καινοτομίας. Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον για κλινικές μελέτες, ώστε το ισχυρό επιστημονικό της κεφάλαιο να μεταφράζεται σε περισσότερη έρευνα, επενδύσεις και πρόσβαση των ασθενών σε θεραπείες νέας γενιάς.
Για να δώσουμε ώθηση στην καινοτομία, απαιτούνται τρεις άμεσες, πρακτικές λύσεις: άρση περιττών εμποδίων στην πρόσβαση, ενίσχυση των κινήτρων για επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη, όπως ο μηχανισμός συμψηφισμού του clawback, και μετάβαση σε ένα σύστημα αξιολόγησης και αποζημίωσης που θα ικανοποιεί τις ανάγκες των ασθενών στη χώρα και θα αναγνωρίζει την αξία των θεραπειών για την υγεία, την οικονομία και την κοινωνία.
Ως PhARMA Innovation Forum (PIF), είμαστε εδώ για να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση μιας μακρόπνοης στρατηγικής για την Υγεία που θα συνδέει την πολιτική φαρμάκου με την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας. Γιατί μόνο με πνεύμα συνεννόησης, όραμα και καθαρό σχέδιο θα μπορέσει η Ελλάδα να αξιοποιήσει πλήρως τα οφέλη της καινοτομίας και να κερδίσει επενδύσεις, γνώση, παραγωγικότητα και ισχυρότερη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Και, κυρίως, να διασφαλίσει ότι οι Έλληνες ασθενείς θα έχουν έγκαιρη πρόσβαση σε θεραπείες που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους.
Διαβάστε επίσης
Ελλάδα–ΗΠΑ: Στο επίκεντρο οι επενδύσεις σε φάρμακο και βιοτεχνολογία – «Αγκάθι» το clawback
Ανατροπές και περικοπές σε πολυεθνικές φαρμακευτικές – Τι σημαίνουν για τους Έλληνες ασθενείς
Στα μονοπάτια της ανακάλυψης: 4 Έλληνες του εξωτερικού που αλλάζουν το τοπίο της έρευνας