Η σύγχρονη ιατρική και βιοϊατρική έρευνα εξελίσσονται με ρυθμούς που αλλάζουν ριζικά τον τρόπο που κατανοούμε την υγεία και την ασθένεια. Τέσσερις Eλληνες ερευνητές με πάθος για την έρευνα μιλούν στο ygeiamou και μοιράζονται την προσωπική τους διαδρομή, καθώς και τις στιγμές που καθόρισαν το επιστημονικό τους έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Από τη γενετική έως τη νευροεπιστήμη και τη μεταφραστική γονιδιωματική, η πορεία τους αναδεικνύει πώς η έρευνα περνά από το εργαστήριο στην κλινική πράξη και τελικά στην κοινωνία. Μια διαδρομή αργή και απαιτητική, που ωριμάζει στον χρόνο, μέσα από επιμονή, αμφιβολίες και μικρές κατακτήσεις. Κοινός παρονομαστής τους είναι η αναζήτηση της γνώσης που, σταδιακά, μετατρέπεται σε πραγματικό όφελος για τον άνθρωπο.

«Η Ελλάδα διαθέτει δυνατή επιστημονική παράδοση και μια κοινότητα εξαιρετικά ταλαντούχων ερευνητών»

Ελευθερία Ζεγγίνη, Καθηγήτρια Μεταφραστικής Γονιδιωματικής στην Ιατρική Σχολή του Τεχνικού Πανεπιστημίου Μονάχου (TUM), μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου (Scientific Council) του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Eρευνας (European Research Council – ERC)

Η έρευνα βρίσκεται στο επίκεντρο της επαγγελματικής μου ζωής. Το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε από νεαρή ηλικία και από την επιθυμία μου να διερευνήσω αναπάντητα ερωτήματα, με ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας.

Η επιστημονική έρευνα είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγουμε αξιόπιστη γνώση. Μας επιτρέπει να περάσουμε από την υπόθεση στην απόδειξη και από την αβεβαιότητα στη γνώση. Στον τομέα της γενετικής, για παράδειγμα, η έρευνα μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί εμφανίζονται οι ασθένειες και γιατί διαφορετικοί άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στις θεραπείες. Αυτή η γνώση επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και την εφαρμογή ακριβέστερων θεραπειών.

Η αξία της έρευνας εκτείνεται πέρα από τις μεμονωμένες ανακαλύψεις. Πολλά από όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα είναι αποτέλεσμα δεκαετιών συνεχούς επιστημονικής προσπάθειας. Η πρόοδος δεν θα προέλθει από μία μεμονωμένη ανακάλυψη, αλλά από τη συσσώρευση πολλών ανακαλύψεων που μετασχηματίζουν σταδιακά την κατανόηση του βιολογικού υπόβαθρου των ασθενειών.

Μερικές από τις πιο συναρπαστικές επιστημονικές στιγμές στη δική μου πορεία συνέβησαν όταν τα γενετικά δεδομένα έριξαν φως στους βιολογικούς μηχανισμούς που προκαλούν τις ασθένειες που μελετάμε. Στην έρευνά μας για την οστεοαρθρίτιδα και τον διαβήτη τύπου 2, οι μεγάλης κλίμακας γονιδιωματικές αναλύσεις συνέβαλαν στον εντοπισμό νέων βιολογικών μονοπατιών και άρα διαφορετικής θεραπευτικής προσέγγισης.

Εξίσου σημαντικά ορόσημα μέσα σε μια ερευνητική ομάδα είναι όταν συνάδελφοι που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της καριέρας τους, αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες και αρχίζουν να διαμορφώνουν την κατεύθυνση του τομέα.

Η Ελλάδα διαθέτει δυνατή επιστημονική παράδοση και μια κοινότητα εξαιρετικά ταλαντούχων ερευνητών. Ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με πολλά ερευνητικά συστήματα παγκοσμίως, οι ερευνητές αντιμετωπίζουν προκλήσεις, ιδίως όσον αφορά στη χρηματοδότηση και τις υποδομές.

Ο μακροπρόθεσμος στόχος μου είναι να εμβαθύνω στην κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που προκαλούν σύνθετες ασθένειες και να μετατρέψω τις γνώσεις σε προσεγγίσεις που βελτιώνουν την πρόληψη και τη θεραπεία. Μπαίνουμε σε μια ιδιαίτερα συναρπαστική περίοδο για την ανθρώπινη γενετική, με εξελίξεις που επιτρέπουν την ανάλυση του γονιδιώματος σε πρωτοφανή κλίμακα.

Το θερινό σχολείο που οργανώνω κάθε χρόνο στον Βόλο είναι ένας χώρος όπου οι νέοι επιστήμονες στην Ελλάδα έχουν την ευκαιρία να εκπαιδευτούν. Αλλά και ένας σημαντικός τρόπος για να διατηρώ ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα μου, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς επιστημόνων.

«Οι Ελληνες είμαστε εφευρετικοί, βρίσκουμε λύσεις ακόμα και με περιορισμένα μέσα»


Ανδρέας Μετούσης, Βιολόγος, διδακτορικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Βιοχημείας Max Planck, Μόναχο

Η έρευνα είναι το αόρατο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η Ιατρική. Χωρίς αυτήν δεν θα είχαμε αντιβιοτικά, εμβόλια, αντικαρκινικές θεραπείες – όλα ξεκίνησαν κάποια στιγμή ως μια ιδέα σε ένα εργαστήριο. Γι’ αυτό, η επένδυση στην έρευνα δεν είναι πολυτέλεια αλλά επένδυση στο μέλλον της υγείας όλων μας.

Για μένα η έρευνα ξεκίνησε ως παιδική περιέργεια για τη φύση, αλλά έγινε στόχος, επάγγελμα και λειτούργημα όταν συνειδητοποίησα ότι μια ανακάλυψη στο εργαστήριο μπορεί να φτάσει στον ασθενή. Ενας γιατρός βοηθά τον ασθενή – και αυτό είναι κάτι που πάντα θαύμαζα. Μια βιολογική ανακάλυψη όμως, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για βελτίωση της υγείας χιλιάδων ανθρώπων ταυτόχρονα.

Η πορεία μου, μετά την αποφοίτησή μου από το Τμήμα Βιολογίας ΕΚΠΑ (Ινστιτούτο Καρολίνσκα, Ινστιτούτο Max Planck), υποστηρίχθηκε από υποτροφίες.

Ξεχωρίζω τρεις καθοριστικές στιγμές έως τώρα: τη συμβολή μου σε θεραπεία για μια σπάνια και μέχρι πρότινος ανίατη δερματική νόσο (τοξική επιδερµονεκρόλυση), τη μεταφορά τεχνογνωσίας στις Ιατρικές Σχολές των Πανεπιστημίων του Χάρβαρντ και του Σικάγου και τη συνεργασία με εταιρεία τεχνολογίας για την ανάπτυξη νέας γενιάς ερευνητικών οργάνων.

Η Ελλάδα κάνει ανταγωνιστική έρευνα και το ανθρώπινο δυναμικό της είναι εξαιρετικό – είμαστε εφευρετικοί, βρίσκουμε λύσεις ακόμα και με περιορισμένα μέσα. Το αδύναμο σημείο είναι η χρηματοδότηση, ιδίως αν απαιτείται κοστοβόρος εξοπλισμός αιχμής. Όταν ένα όργανο μπορεί να κοστίζει πάνω από 2 εκατ. ευρώ, η απουσία του σημαίνει μειονέκτημα έναντι εργαστηρίων που το διαθέτουν. Με στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει το ταλέντο που ήδη έχει σε παγκόσμιο ανταγωνιστικό αποτέλεσμα.

Το όραμά μου είναι η Ιατρική ακριβείας: αντί να δίνουμε σε όλους τους ασθενείς την ίδια θεραπεία, να επιλέγουμε το φάρμακο για κάθε ασθενή, με βάση το μοναδικό μοριακό του αποτύπωμα. Ο δρόμος προς τα εκεί περνάει από τη μελέτη πρωτεϊνών σε μεγάλη κλίμακα πληθυσμού, χτίζοντας έναν πρωτεϊνικό χάρτη υγείας και ασθενειών. Αυτό δεν είναι δουλειά ενός ερευνητή – είναι μια τεράστια συλλογική προσπάθεια, στην οποία θα ήθελα να συμβάλω. Τα εργαλεία και η τεχνογνωσία υπάρχουν, λείπει η χρηματοδότηση και η κλίμακα για να γίνει πραγματικότητα.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ανακάλυψα ότι η ουσία που μελετούσα, είχε αντικαταθλιπτική δράση»


Λίνα Παυλίδη, Διδάκτωρ – Ομάδα Πειραματικής Ψυχοφαρμακολογίας, Β’ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αρεταίειο, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Για μένα η έρευνα είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα επάγγελμα, είναι τρόπος σκέψης και στάση ζωής. Είναι η συνεχής προσπάθεια να κατανοώ σε βάθος πολύπλοκα φαινόμενα, να αμφισβητώ δεδομένα και να προχωρώ τη γνώση, με τελικό στόχο έναν ουσιαστικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη ζωή. Είχα από νωρίς την έντονη περιέργεια για το «πώς» και το «γιατί» των πραγμάτων. Με εντυπωσίασε η πολυπλοκότητα του εγκεφάλου και το πώς βιολογικοί μηχανισμοί μπορούν να επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τη διάθεση.

Σπούδασα Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου μέσα από την πρώτη μου ερευνητική εργασία ήρθα σε επαφή με τις νευροεπιστήμες. Στη συνέχεια βρέθηκα στο Netherlands Institute of Neuroscience στο Άμστερνταμ, όπου εστίασα στη μελέτη της συμπεριφοράς. Ακολούθησε το μεταπτυχιακό στις Μεταφραστικές Νευροεπιστήμες στο Imperial College London και το διδακτορικό στη Νευροψυχοφαρμακολογία στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, όπου μελέτησα μηχανισμούς που σχετίζονται με την κατάθλιψη και το άγχος.

Η πρώτη μου ερευνητική εμπειρία ήταν καθοριστική, γιατί τότε κατάλαβα τι σημαίνει να παράγεις νέα γνώση. Από εκεί και πέρα, η πορεία προς την έρευνα ήταν για μένα συνειδητή επιλογή. Αυτό που με κινητοποιεί είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς η συμπεριφορά «γράφεται» βιολογικά και πώς αυτή η ισορροπία διαταράσσεται στις ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές.

Μέσα από την εμπειρία μου συνειδητοποίησα ότι η εικόνα της έρευνας δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη χώρα ή το ίδρυμα. Είναι κυρίως οι άνθρωποι -οι ερευνητές και οι ομάδες- που διαμορφώνουν το επίπεδο και την ποιότητα της έρευνας. Η καθηγήτρια Φαρμακολογίας Χριστίνα Δάλλα, στην ομάδα της οποίας εργάζομαι, είναι μία από τις πιο καταξιωμένες ερευνήτριες διεθνώς στον τομέα της.

Για πολλά χρόνια η έρευνα βασιζόταν κυρίως σε άνδρες, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να υποεκπροσωπούνται. Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχουν σημαντικές βιολογικές και ορμονικές διαφορές που επηρεάζουν τις ψυχικές διαταραχές και τη θεραπεία τους. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη μία πιο συμπεριληπτική και δίκαιη έρευνα, ώστε οι θεραπείες να καλύπτουν τις ανάγκες όλων.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που είδα τα δεδομένα να δείχνουν ότι η ουσία που μελετούσα είχε αντικαταθλιπτική δράση – ήταν μια στιγμή βαθιάς συγκίνησης. Το όραμά μου είναι να συνεχίσω να αναπτύσσω την έρευνα δημιουργώντας στο μέλλον μια δική μου ερευνητική ομάδα, βασισμένη στη συνεργασία, στην εμπιστοσύνη και τη δημιουργικότητα.

«Δεν είναι πρόβλημα που οι ερευνητές φεύγουμε, αλλά που συχνά δεν έχουμε πού να επιστρέψουμε»


Κλειώ-Μαρία Βέρρου, PhD Βιοπληροφορικός, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, NYU Langone Health

Η σχέση μου με την επιστήμη ξεκίνησε πριν καν τη συνειδητοποιήσω. Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί, με ένα τραύμα στο γόνατο, να ακούω τη γιαγιά μου να περιγράφει μια μάχη μέσα στο σώμα, με «λευκούς ιππότες» και εισβολείς. Εκεί γεννήθηκε η πρώτη σπίθα για την ανοσολογία. Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, ανακάλυψα την Υπολογιστική Βιολογία, έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις επιστήμη: χωρίς πάγκο, αντιδραστήρια και πειραματόζωα, αλλά με υπολογιστή και κώδικα. Και… ερωτεύτηκα τους αλγόριθμους.

Σήμερα βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, όπου συνεχίζω τη μεταδιδακτορική μου έρευνα στην ξενομεταμόσχευση, προσπαθώντας να κατανοήσω την ανοσολογική απόκριση του ανθρώπινου οργανισμού όταν δέχεται μόσχευμα από χοίρο. Για μένα η έρευνα δεν είναι επάγγελμα· είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι η ανάγκη να μην αρκεστώ ποτέ στο «νομίζω». Να μετατρέπω κάθε ερώτημα σε απόδειξη.

Η έρευνα, για τον μέσο άνθρωπο, είναι ο τρόπος με τον οποίο η ανθρωπότητα φροντίζει τον εαυτό της. Δεν είναι μόνο φάρμακα και θεραπείες· είναι τρόπος σκέψης, αμφισβήτησης και εξέλιξης.

Σημαντικός σταθμός ήταν η ανάπτυξη των πρώτων μου αλγορίθμων, όταν για πρώτη φορά ο κώδικάς μου παρήγαγε ουσιαστικά αποτελέσματα. Ακόμη πιο καθοριστικό ήταν όταν καταφέραμε να προβλέψουμε νέα σημεία φωσφορυλίωσης σε πρωτεΐνη που σχετίζεται με τη μετάσταση του καρκίνου. Εκεί ένιωσα τι σημαίνει να συμβάλλεις, έστω και λίγο, σε κάτι που δεν υπήρχε πριν. Αλλά και η πρώτη απόρριψη επιστημονικής εργασίας με δίδαξε ότι η αποτυχία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας.

Στην Ελλάδα υπάρχει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, αλλά λείπει η σταθερότητα και η συνέχεια. Δεν είναι πρόβλημα που φεύγουμε· είναι πρόβλημα που δεν έχουμε πάντα πού να επιστρέψουμε.

Το όραμά μου είναι η βαθύτερη κατανόηση της ανοσολογίας – αυτού του παράδοξου μηχανισμού που άλλοτε μας προστατεύει και άλλοτε στρέφεται εναντίον μας. Θέλω να δημιουργήσω τη δική μου ερευνητική ομάδα και να διδάσκω, γιατί η επιστήμη ζωντανεύει μέσα από τις ερωτήσεις των νέων. Βρίσκομαι περίπου πέντε χρόνια μακριά από αυτό. Πέντε χρόνια δουλειάς, αποτυχιών και επιμονής, αλλά και πέντε χρόνια πιο κοντά σε κάτι που αξίζει.

Διαβάστε επίσης

Το παρόν και το μέλλον της Βιοτεχνολογίας στην Ελλάδα

Κλινικές μελέτες: Το διπλό όφελος για τους ασθενείς

Έρευνες ξεκινούν 4 Έλληνες επιστήμονες για νόσο Αλτσχάιμερ και παράλυση – 3 υποσχόμενα φάρμακα

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος ν.15 του ygeiamou που κυκλοφόρησε με ΤΟ ΘΕΜΑ την Κυριακή 24/5