Η αγορά ενός ασφαλιστικού προγράμματος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μακροχρόνιες και σύνθετες καλύψεις, όπως η ασφάλιση υγείας ή ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, δεν είναι μια απόφαση της στιγμής. Πρόκειται για μια επιλογή που μπορεί να συνοδεύει τον ασφαλισμένο επί δεκαετίες και, γι’ αυτό, χρειάζεται να γίνεται με γνώση, ωριμότητα και βεβαιότητα για την αξία της.

Ο ασφαλισμένος καταβάλλει κάθε χρόνο ένα σημαντικό ποσό για μια παροχή που μπορεί να χρειαστεί στο μέλλον – ή, στην περίπτωση της ασφάλισης Υγείας, εύχεται να μη χρειαστεί ποτέ. Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα της ασφάλισης μπορεί ορισμένες φορές να δημιουργήσει αμφιβολίες, ιδιαίτερα όταν η αρχική απόφαση δεν έχει ληφθεί με πλήρη επίγνωση του σκοπού και της χρησιμότητας του προγράμματος.

Σε μια περίοδο οικονομικής πίεσης, για παράδειγμα, ένα ασφαλιστήριο που δεν έχει χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί μπορεί εύκολα να θεωρηθεί περιττή δαπάνη. Η σκέψη «τόσα χρόνια πληρώνω και δεν το έχω χρειαστεί» μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη διακοπή του. Ωστόσο, η λογική της ασφάλισης είναι διαφορετική: η αξία της δεν μετριέται από το πόσο συχνά χρησιμοποιείται, αλλά από την προστασία που μπορεί να προσφέρει όταν προκύψει ένα σοβαρό και απρόβλεπτο γεγονός.

Οι επαγγελματίες της ασφαλιστικής αγοράς γνωρίζουν καλά αυτή τη συμπεριφορά. Γι’ αυτό και επισημαίνουν ότι η επιλογή ενός προγράμματος θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστική κατανόηση των καλύψεων και του ρόλου του. Ο ασφαλισμένος χρειάζεται να γνωρίζει τι ακριβώς πληρώνει, ποιες ανάγκες καλύπτει το συμβόλαιό του και, κυρίως, σε ποιες δύσκολες περιστάσεις μπορεί να αποτελέσει οικονομικό στήριγμα.

Η σημασία αυτής της προστασίας γίνεται περισσότερο αντιληπτή όταν συμβεί το απρόοπτο: μια σοβαρή ασθένεια, μια νοσηλεία, μια μεγάλη ζημιά στο σπίτι ή ένα άλλο γεγονός που μπορεί να ανατρέψει αιφνιδίως τον οικογενειακό προγραμματισμό. Τότε η ασφαλιστική κάλυψη δεν λειτουργεί απλώς ως αποζημίωση, αλλά ως ένας μηχανισμός περιορισμού της οικονομικής ανασφάλειας σε μια ήδη δύσκολη περίοδο.

Η ψυχολογική διάσταση της ασφάλισης

Πέρα από την οικονομική παράμετρο, υπάρχει και μια λιγότερο ορατή πλευρά της ιδιωτικής ασφάλισης: η αίσθηση ασφάλειας που μπορεί να προσφέρει στον κάτοχό της.

Ο ασφαλισμένος χρειάζεται να κατανοεί την αξία αυτού που έχει επιλέξει και να γνωρίζει ότι το συμβόλαιό του υπάρχει για να λειτουργήσει ως οικονομικό δίχτυ προστασίας απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους. Δεν πληρώνει για κάτι αφηρημένο ούτε απλώς για μια υπηρεσία που ενδεχομένως κάποτε θα χρησιμοποιήσει. Πληρώνει για τη δυνατότητα να έχει στη διάθεσή του πρόσθετους οικονομικούς πόρους και καλύψεις όταν ένα απρόοπτο γεγονός δοκιμάσει τον ίδιο ή την οικογένειά του.

Αυτός είναι και ο λόγος που η απόφαση για ιδιωτική ασφάλιση δεν θα πρέπει να βασίζεται μόνο στο ύψος του ασφαλίστρου. Χρειάζεται να συνεκτιμώνται οι πραγματικές ανάγκες, οι καλύψεις, οι εξαιρέσεις, η διάρκεια και οι οικονομικές δυνατότητες του ασφαλισμένου σε βάθος χρόνου. Γιατί ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα αποκτά ουσιαστική αξία όταν είναι σωστά επιλεγμένο, κατανοητό και οικονομικά βιώσιμο, ώστε να μπορεί να παραμείνει ενεργό ακριβώς μέχρι τη στιγμή που ενδεχομένως θα χρειαστεί περισσότερο.

Διαβάστε επίσης

Ποιον καλούμε σε ζημιές και απρόοπτα – Δύο τηλέφωνα που κάθε ασφαλισμένος πρέπει να γνωρίζει

Με την ιδιωτική ασφάλιση «έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο» – Ενημερωθείτε

Διώξτε την αγωνία για τα απρόοπτα της ζωής με το κατάλληλο ασφαλιστήριο