Η τηλεργασία μετά την πανδημία της Covid-19 άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως. Παρότι η εργασία από το σπίτι προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και απαλλάσσει από τις καθημερινές μετακινήσεις, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να συνοδεύεται από ένα λιγότερο ορατό κόστος: την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science, οι εργαζόμενοι σε επαγγέλματα που μετατράπηκαν σε μεγάλο βαθμό σε εξ αποστάσεως θέσεις μετά την πανδημία εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας σε σύγκριση με όσους συνέχισαν να εργάζονται με φυσική παρουσία.
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν στοιχεία από 588.322 άτομα που συμμετείχαν σε πέντε μεγάλες έρευνες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την περίοδο 2011-2024. Προκειμένου να αποφευχθεί η επίδραση των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας, εξαιρέθηκαν από την ανάλυση τα έτη κατά τα οποία η Covid-19 βρισκόταν στο αποκορύφωμά της.
Οι ερευνητές έκαναν μια σύγκριση στη χρήση υπηρεσιών υγείας, συμπεριλαμβανομένων των θεραπειών ψυχικής υγείας και των συνταγογραφήσεων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, μεταξύ εργαζομένων σε επαγγέλματα που επιτρέπουν την τηλεργασία και εργαζομένων που απαιτείται να βρίσκονται στον χώρο εργασίας τους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εργαζόμενοι τείνουν να αποδίδουν μεγαλύτερο νόημα στην εργασία τους όταν αυτή περιλαμβάνει κοινωνική αλληλεπίδραση, ένα στοιχείο που συχνά απουσιάζει από την εργασία στο σπίτι. Παρότι η αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας που καταγράφηκε ήταν σχετικά μικρή, οι επιστήμονες τη χαρακτηρίζουν αξιοσημείωτη.
Διπλάσια η επιβάρυνση για όσους ζουν μόνοι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι επιπτώσεις ήταν σαφώς εντονότερες για τα άτομα που ζουν μόνα τους. Σύμφωνα με τη μελέτη, η αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας σε αυτή την ομάδα ήταν σχεδόν διπλάσια σε σχέση με όσους συγκατοικούν με άλλα άτομα.
Παράλληλα, οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν αντίστοιχη αύξηση στη χρήση άλλων υπηρεσιών υγείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το φαινόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε μια γενικότερη τάση αναζήτησης περισσότερης ιατρικής φροντίδας.
Με βάση τα ευρήματα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η αύξηση της τηλεργασίας εξηγεί περίπου το ένα τρίτο της συνολικής αύξησης της ψυχολογικής δυσφορίας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. «Η εξ αποστάσεως εργασία μπορεί επομένως να θεωρηθεί ένας σημαντικός, αλλά όχι ο μοναδικός, παράγοντας που συμβάλλει σε αυτό το φαινόμενο», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Η αξία των μικρών καθημερινών επαφών
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά τα προφανή οφέλη της τηλεργασίας, η απουσία των καθημερινών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά τη συναισθηματική ευεξία. «Οι μικρές καθημερινές αλληλεπιδράσεις με συναδέλφους, ακόμη και σύντομες στιγμές, όπως μερικές κουβέντες με έναν υπάλληλο στο καφέ, ενδέχεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ψυχικής υγείας», σημειώνουν.
Όπως τονίζουν, τα άτομα που ζουν μόνα τους μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα, καθώς η τηλεργασία ενισχύει τα αισθήματα απομόνωσης και περιορίζει τις ευκαιρίες για κοινωνική επαφή.
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν πάντως ότι η μελέτη παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς. Τα δεδομένα προέρχονται αποκλειστικά από εργαζομένους στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ δεν κατέστη δυνατό να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ πλήρους τηλεργασίας και υβριδικών μοντέλων εργασίας.
Διαβάστε επίσης
Νέα μελέτη της IWG: Η υβριδική εργασία βελτιώνει την υγεία και την ευημερία των εργαζομένων
ΠΟΥ: «Καμπανάκι» για την τηλεργασία – Απειλεί τη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων