*Γράφει η κυρία Παρασκευή Κατσαούνου Καθηγήτρια Πνευμονολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

Κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής ή και απλών εργασιών στον κήπο ή τη βεράντα, εγκυμονεί ο κίνδυνος μόλυνσης μιας απλής αμυχής ή πληγής από σπόρους του βακτηρίου του τετάνου. Ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει επίγνωση του κινδύνου, η εκδρομή ή η ημέρα μας θα διακοπεί έξαφνα στην αγχώδη προσπάθειά μας να λάβουμε αντιτετανικό ορό σε κάποιο φαρμακείο, το οποίο μπορεί είτε να βρίσκεται μακριά ή να είναι κλειστό.

Η μόλυνση μπορεί να συμβεί μέσω ανοιχτών πληγών, κοψιμάτων ή εκδορών, τραυμάτων από αιχμηρά ή σκουριασμένα αντικείμενα (καρφιά, σύρματα), σοβαρών εγκαυμάτων ή δαγκωμάτων ζώων ή και μη καλά αποστειρωμένων ιατρικών εργαλείων και οδηγεί σε προσβολή του νευρικού συστήματος και δυνητικά σοβαρές επιπλοκές. Επομένως καθώς στην καθημερινότητά μας συχνά εμφανίζουμε πληγές ή εκδορές, πιθανόν να κινδυνέψουμε αν δεν καλυφθούμε εντός 24 ωρών με αντιτετανικό όρο σε περίπτωση που δεν έχουμε προηγουμένως εμβολιαστεί.

Γιατί είναι σημαντικός ο αναμνηστικός εμβολιασμός έναντι του τετάνου

Εφόσον έχουμε ολοκληρώσει τον βασικό παιδικό εμβολιασμό, τα επίπεδα προστατευτικών αντισωμάτων έναντι του τετάνου παραμένουν υψηλά για μία δεκαετία. Επομένως, στη συνέχεια προκειμένου να είμαστε καλυμμένοι συστήνεται ο εμβολιασμός ανά δεκαετία.

Ο κοκκύτης δεν αφορά μόνον τα παιδιά

Το εμβόλιο του τετάνου δε διατίθεται μόνο του συνήθως, αλλά μαζί με αυτό του κοκκύτη ή και της διφθερίτιδας [Tdap (Τέτανος – Διφθερίτιδα – Ακυτταρικός Κοκκύτης]

Καθώς δε, παρέχει παρόμοια κάλυψη, δηλαδή δεκαετή, με το εμβόλιο του κοκκύτη, ο επαναληπτικός εμβολιασμός τετάνου-κοκκύτη είναι εφικτός και μας παρέχει σημαντική προστασία.

Ο κοκκύτης είναι οξεία, εξαιρετικά μεταδοτική, μικροβιακή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος που οφείλεται στον αιμόφιλο του κοκκύτη. Ομάδες υψηλού κινδύνου για νόσηση από κοκκύτη είναι τα παιδιά ηλικίας μικρότερης του ενός έτους, καθώς και οι ενήλικες με υποκείμενες παθήσεις.

Πότε πρέπει να εμβολιαζόμαστε

Ο εμβολιασμός έναντι του κοκκύτη συμπεριλαμβάνεται στο εμβολιαστικό πρόγραμμα των παιδιών, γεγονός που οδήγησε στη μείωση του αριθμού των αναφερόμενων κρουσμάτων κοκκύτη τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Όμως, μελέτη οροεπιπολασμού το 2022 υποδεικνύει ότι το επίπεδο ανοσίας της αγέλης μεταξύ των Ελλήνων ενηλίκων είναι υποβέλτιστο. Συγκεκριμένα το ποσοστό των ενηλίκων Ελλήνων που έχουν ειδικά αντισώματα για τον κοκκύτη <50 IU/mL είναι >90%, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένας μεγάλος αριθμός ενηλίκων μπορεί να είναι ευάλωτοι στη μόλυνση από κοκκύτη, παρά τα καθιερωμένα προγράμματα εμβολιασμού στην παιδική ηλικία στην Ελλάδα. Αυτό φαίνεται να εξηγείται από το ότι η ανοσία μειώνεται με την πάροδο της ηλικίας και επομένως ο εμβολιασμός κατά την παιδική ηλικία δεν παρέχει ικανοποιητική κάλυψη στην ενήλικο ζωή. Οι νοσήσεις από κοκκύτη δεν καταγράφονται, παρά μόνο σε ποσοστό περίπου 1%, καθώς αφενός μεν τα κλινικά χαρακτηριστικά της νόσου δεν είναι ειδικά (πχ βήχας) ή είναι συχνά άτυπα (απουσία πυρετού) και αφετέρου, υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί τόσο στον χρονισμό, όσο και την ευαισθησία των διαγνωστικών εξετάσεων. Έτσι, παρότι ο κοκκύτης είναι ένα νόσημα που υποδιαγιγνώσκεται, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα της δημόσιας υγείας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς.

Οι ενήλικες με κάποιο υποκείμενο νόσημα, όπως Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, άσθμα, καρδιακή ανεπάρκεια, παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη, ανοσοκαταστολή, βρογχεκτασίες κλπ, καθώς και οι καπνιστές, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από κοκκύτη.

Προκειμένου να προστατεύονται αποτελεσματικά οι ενήλικες έναντι του κοκκύτη προτείνεται να εμβολιάζονται, σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού, με το εμβόλιο έναντι του κοκκύτη ως εξής:

  • Σε ενήλικες που έχουν εμβολιαστεί πλήρως έναντι του κοκκύτη κατά την παιδική ηλικία προτείνεται μία δόση Τdap* ** μεταξύ 18 και 25 ετών και μετά αναμνηστική δόση Τd*** ή Τdap ανά δεκαετία.
  • Σε ενήλικες που εμβολιάζονται για πρώτη φορά συστήνονται τρεις δόσεις ως εξής: οι πρώτες δύο δόσεις πρέπει να χορηγούνται με μεσοδιάστημα τουλάχιστο 4 εβδομάδων και η τρίτη δόση 6-12 μήνες μετά τη δεύτερη.
  • Σε ατελώς εμβολιασμένους ενήλικες (λιγότερες από 3 δόσεις) θα πρέπει να συμπληρώνονται οι δόσεις που υπολείπονται.
  • Σε άγνωστο ιστορικό εμβολιασμού πρέπει να αρχίζουν με μία δόση Tdap

Επιπρόσθετα, για να προστατεύσουμε τα έμβρυα και τα βρέφη συστήνεται ο εμβολισμός των εγκύων ως εξής:

Σε κάθε κύηση χορηγείται μία δόση εμβολίου Τdap ή Tdap-IPV, κατά προτίμηση από την 27η έως την 36η εβδομάδα κύησης, καθώς και σε ανεμβολίαστες λεχωΐδες, ανεξάρτητα από το διάστημα που μεσολάβησε από προηγούμενο εμβολιασμό με Τd/Tdap.

Έτσι η συνήθειά μας να εμβολιαζόμαστε τους χειμερινούς μήνες, δεν αποτελεί βέλτιστη τακτική για μικρόβια και ιούς που δεν είναι εποχιακά. Επιπρόσθετα για εμβόλια που μας καλύπτουν για δέκα χρόνια, όπως το διπλό έναντι του τετάνου και του κοκκύτη, συστήνεται να γίνεται τώρα που δεν νοσούμε από λοιμώξεις και μας «εγγυάται» ένα ξένοιαστο καλοκαίρι…

*Tdap (Τέτανος – Διφθερίτιδα – Ακυτταρικός Κοκκύτης

**Tdap-IPV (Tdap + Πολιομυελίτιδα)

*** Td (Τέτανος – Διφθερίτιδα)

Διαβάστε επίσης

Πόσες ζωές σώζονται όταν τα παιδιά κάνουν τα απαραίτητα εμβόλια – Ελληνική μελέτη

Κοκκύτης: Συναγερμός ΕΟΔΥ για την έξαρση των κρουσμάτων

Εμβόλια ενηλίκων: Ένας καθηγητής εξηγεί πώς να τα «μοιράσουμε» μέσα στη χρονιά – Ποια συνιστώνται το καλοκαίρι