Δεν κάπνιζε, δεν έπινε, γυμναζόταν καθημερινά και θεωρούσε ότι ακολουθούσε μια υγιεινή διατροφή. Κι όμως, στα 43 της, η Dana Deighton διαγνώστηκε με καρκίνο του γαστρεντερικού συστήματος σταδίου 4, στον οισοφάγο.

Η δική της ιστορία – όπως μεταδίδει το National Geographic – μοιάζει με εκείνη πολλών νεότερων ασθενών που βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με μια διάγνωση που δεν περίμεναν. Το ερώτημα είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: «γιατί;».

Η απάντηση, από την άλλη πλευρά, δεν είναι απλή. Οι καρκίνοι του γαστρεντερικού συστήματος αυξάνονται σε νεότερες ηλικίες και οι επιστήμονες προσπαθούν να χαρτογραφήσουν το τι έχει αλλάξει. Παχυσαρκία, καθιστική ζωή και υπερκατανάλωση ζάχαρης εξηγούν μεν ένα μέρος της εικόνας, αλλά όχι όλη.

Όλο και περισσότερο, η έρευνα στρέφεται σε έναν λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο παράγοντα: το μικροβίωμα του εντέρου, δηλαδή την κοινότητα βακτηρίων και μικροοργανισμών που φιλοξενείται στο πεπτικό μας σύστημα.

Η ανοδική τάση που ανησυχεί τους ειδικούς

Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε στο Interdisciplinary International Journal, οι περιπτώσεις καρκίνου του γαστρεντερικού συστήματος αναμένεται να διπλασιαστούν παγκοσμίως έως το 2050.

Ο Δρ. Ben Schlechter, ογκολόγος γαστρεντερικού συστήματος στο Dana-Farber Cancer Institute στη Βοστώνη, σημειώνει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο παράγοντας που να εξηγεί το φαινόμενο. «Δεν μπορείς να απομονώσεις έναν μόνο παράγοντα, και αυτό είναι που το κάνει δύσκολο. Αν ήταν απλό, θα το ξέραμε». Όπως αναφέρει, οι πιθανοί κίνδυνοι φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους με τρόπους που δεν έχουν ακόμη πλήρως αποκρυπτογραφηθεί.

Το μικροβίωμα ως «ύποπτος» κρίκος

Το μικροβίωμα δεν αποτελεί απλώς μια συλλογή βακτηρίων. Συμμετέχει στην πέψη, στην άμυνα, στη φλεγμονή και – πιθανόν – στον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανταποκρίνεται σε θεραπείες.

Όταν η ισορροπία του διαταράσσεται, το πεπτικό σύστημα μπορεί να γίνει πιο ευάλωτο. Οι ερευνητές εξετάζουν αν συγκεκριμένα βακτήρια ή τοξίνες που παράγουν μπορούν να βλάψουν το DNA και να συμβάλουν στην εμφάνιση καρκίνου.

Μία από τις θεωρίες αφορά την κολιβακτίνη, μια τοξίνη που παράγεται από ορισμένα στελέχη βακτηρίων στο έντερο. Μελέτες έχουν δείξει ότι χώρες με υψηλότερα ποσοστά καρκίνου παχέος εντέρου εμφανίζουν και μεγαλύτερη παρουσία μεταλλάξεων που σχετίζονται με αυτήν τη βακτηριακή βλάβη.

Ο Δρ. Schlechter αναφέρει ότι περίπου 20% έως 25% των ασθενών φέρουν προφίλ μετάλλαξης που παραπέμπει σε τέτοια επίδραση. Το εύρημα εμφανίζεται πιο έντονα σε ενήλικες κάτω των 50 ετών με καρκίνο παχέος εντέρου, σε σύγκριση με μεγαλύτερους ασθενείς (άνω των 70 ετών).

Οι απαρχές εντοπίζονται στην παιδική ηλικία

Η συζήτηση δεν αρχίζει στην ενήλικη ζωή. Οι ερευνητές εξετάζουν αν ορισμένες κρίσιμες εκθέσεις ξεκινούν πολύ νωρίς, ακόμη και από τη βρεφική ηλικία.

Μία μελέτη έχει συνδέσει τον θηλασμό με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου παχέος εντέρου αργότερα στη ζωή. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο αποθάρρυνσης του θηλασμού, ο οποίος παραμένει ωφέλιμος. Αντίθετα, εξετάζεται το πώς ουσίες που περνούν στο μητρικό γάλα και το πρώιμο μικροβίωμα μπορεί να επηρεάζουν μακροπρόθεσμα την υγεία.

Κατά την παιδική ηλικία, (και) άλλοι παράγοντες μπαίνουν στο κάδρο: διατροφή πλούσια σε ζαχαρούχα ποτά, καθιστική ζωή, παχυσαρκία, χαμηλή φυσική δραστηριότητα. Όλα αυτά ενδέχεται να αφήνουν το αποτύπωμά τους στη βακτηριακή ισορροπία του εντέρου.

«Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά που διάγουν καθιστικό βίο και καταναλώνουν πολλά ζαχαρούχα ποτά είναι πιο επιρρεπή στον καρκίνο παχέος εντέρου σε νεαρή ηλικία», τονίζει ο Δρ. Schlechter. Όπως σημειώνει, η επιπλέον ζάχαρη μπορεί να τροφοδοτεί βακτηριακή υπερανάπτυξη, αν και ο ακριβής μηχανισμός παραμένει υπό διερεύνηση.

Αντιβιοτικά, συντηρητικά και βακτήρια που «ξεφεύγουν»

Ένας ακόμη ύποπτος παράγοντας είναι η συχνή χρήση αντιβιοτικών. Η Δρ. Cynthia Sears, καθηγήτρια Ιατρικής και Ογκολογίας στο Johns Hopkins, σημειώνει ότι η υπερ-συνταγογράφηση αντιβιοτικών στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 μπορεί να συνέβαλε σε διαταραχές του μικροβιώματος.

Η ίδια μελετά το βακτήριο Enterotoxigenic Bacteroides Fragilis, το οποίο έχει συνδεθεί σε πειραματικά μοντέλα με σχηματισμό όγκων στο παχύ έντερο.

Παράλληλα, άλλοι μικροοργανισμοί, όπως ορισμένα στελέχη του E. coli ή το H. pylori, έχουν συσχετιστεί εξίσου με καρκινικές διεργασίες σε διαφορετικά σημεία του γαστρεντερικού συστήματος.

«Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς βακτήρια στο έντερό σου, αλλά αυτά μπορεί να ξεφύγουν από τον έλεγχο», επισημαίνει ο Δρ. Schlechter. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με ορισμένες διατροφικές ή περιβαλλοντικές εκθέσεις, όπως τα συντηρητικά, που έχουν σχεδιαστεί για να εμποδίζουν την ανάπτυξη βακτηρίων στα τρόφιμα, αλλά ενδέχεται να επηρεάζουν και τα μικρόβια που χρειάζεται το έντερο.

Πώς μπορούμε να μειώσουμε τον κίνδυνο 

Παρά τα αναπάντητα ερωτήματα, οι ειδικοί συμφωνούν σε ορισμένες πρακτικές συστάσεις.

Η κατανάλωση λιγότερο επεξεργασμένων τροφών, η μείωση της ζάχαρης, η συστηματική σωματική δραστηριότητα, η αποφυγή του καπνίσματος και ο περιορισμός του αλκοόλ παραμένουν βασικά μέτρα για τη μείωση του συνολικού κινδύνου.

Για τη Dana Deighton, η διάγνωση την οδήγησε να στραφεί σε μια φυτική διατροφή, με στόχο να περιορίσει τη φλεγμονή και να στηρίξει την υγεία της. «Ήξερα πόσο σημαντικό ήταν να παραμείνω αρκετά υγιής ώστε να φτάσω στην επόμενη μέρα, για τα παιδιά μου και για μένα».

Ωστόσο, η διατροφή από μόνη της δεν αρκεί. Οι ειδικοί επιμένουν στον προληπτικό έλεγχο. Για τον γενικό πληθυσμό, η σύσταση είναι να ξεκινά η αξιολόγηση για καρκίνο παχέος εντέρου από τα 45, είτε με κολονοσκόπηση είτε με εξέταση κοπράνων.

Τέλος, εξίσου σημαντικό είναι να μη αγνοούνται επίμονα συμπτώματα: αλλαγές στις κενώσεις, αίμα στα κόπρανα, ανεξήγητη απώλεια βάρους, κοιλιακός πόνος ή παρατεταμένη δυσφορία.

Διαβάστε επίσης

Ανησυχητική αύξηση γαστρεντερικών καρκίνων – Ποιοι απειλούνται περισσότερο

Ποιος τύπος καρκίνου αυξάνεται κατακόρυφα στους νέους – Δεν αφορά το πεπτικό

Καρκίνος παχέος εντέρου: Ανησυχητική αύξηση περιστατικών στους κάτω των 50 ετών παγκοσμίως