*Γράφει ο Δρ. Θάνος Χλαζωνίτης, Συντονιστής Διευθυντής Ακτινολογικού Εργαστηρίου και Διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Πρόεδρος Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας

Ο Δρ. Θάνος Χλαζωνίτης, Συντονιστής Διευθυντής Ακτινολογικού Εργαστηρίου και Διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» Πρόεδρος Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας
Η εκτίμηση μιας μαστογραφίας, ενός υπερηχογραφήματος μαστού, ή μίας μαγνητικής μαστογραφίας δεν είναι μια απλή «ανάγνωση εικόνων», αλλά μια εξειδικευμένη ιατρική πράξη, που απαιτεί πολυσχιδή βασική εκπαίδευση, πολυετή κλινική εμπειρία, διά βίου συνεχιζόμενη εκπαίδευση και τυποποιημένη μεθοδολογία αξιολόγηση.
Ο αρμόδιος «ειδικός» είναι ο ιατρός ακτινολόγος, ιδανικά με εξειδίκευση στην απεικόνιση του μαστού (που δυστυχώς δεν είναι θεσμοθετημένη ακόμη από την Πολιτεία). Ο ιατρός ακτινολόγος που ασχολείται με τον μαστό οφείλει να ακολουθεί συγκεκριμένα πρότυπα εκπαίδευσης και αξιολόγησης των απεικονιστικών εξετάσεων και να συμμετέχει σε προγράμματα ποιοτικών ελέγχων. Ο χειρουργός, ο γυναικολόγος ή ο ογκολόγος δεν «διαβάζει» την εξέταση με την ίδια έννοια, αλλά εντάσσει το αποτέλεσμά της στο συνολικό κλινικό πλαίσιο. Η σωστή φροντίδα και η περαιτέρω διαχείριση της γυναίκας προκύπτει από πολυεπιστημονική συνεργασία και όχι από αποσπασματικές γνώμες.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο λειτουργούν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ τα πιστοποιημένα κέντρα μαστού. Την τελική εκτίμηση των απεικονιστικών εξετάσεων του μαστού επηρεάζουν παράμετροι όπως η πυκνότητα του παρεγχύματος του μαστού, το κλινικό και οικογενειακό ιστορικό, η ποιότητα των παραγόμενων εικόνων, σχετιζόμενη άμεσα με το είδος των χρησιμοποιούμενων μηχανημάτων, η εμπειρία των τεχνολόγων που διενεργούν την εξέταση και την πιστοποιημένη γνώση, αλλά και την εμπειρία του εξετάζοντος ιατρού.
Η διαφορετική «ανεκτικότητα στον κίνδυνο» οδηγεί άλλους ιατρούς να είναι πιο καχύποπτοι και άλλους πιο καθησυχαστικοί στην αξιολόγηση των ευρημάτων. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν δημιουργηθεί κατευθυντήριες οδηγίες και συστήματα ταξινόμησης (όπως το BI-RADS από το Αμερικανικό Κολλέγιο Ακτινολογίας), ώστε να περιορίζεται η «υποκειμενικότητα» και να υπάρχει μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των ιατρών. Το σύστημα BI-RADS περιγράφει και ταξινομεί το κάθε απεικονιστικό εύρημα, υπολογίζει το βαθμό επικινδυνότητας αυτού και προτείνει το επόμενο βήμα, που μπορεί να είναι η ετήσια παρακολούθηση, η 6μηνιαία επανεκτίμηση, οι συμπληρωματικές εξετάσεις, ή η βιοψία για την τελική διάγνωση.
Ιδανικά, τα αποτελέσματα πρέπει να παραδίδονται από τον ιατρό ακτινολόγο που έκανε την εξέταση, στην ίδια τη γυναίκα, με σαφή γραπτή γνωμάτευση και, όπου είναι εφικτό, προφορική επεξήγηση, ώστε να επιτυγχάνεται η εξατομικευμένη προσέγγιση. Το φαινόμενο των γυναικών που περιφέρονται με έναν φάκελο πολλαπλών και συχνά μη αιτιολογημένων, εξετάσεων, χωρίς να υπάρχει σαφής διάγνωση, αντικατοπτρίζει ένα κενό στο σύστημα. Καταδεικνύει την έλλειψη συντονισμού, την απουσία υπεύθυνης διεπιστημονικής ομάδας ιατρών διαφορετικών ειδικοτήτων και, τέλος, ανεπαρκή επικοινωνία με την γυναίκα. Όταν δεν υπάρχει ξεκάθαρη σύσταση, ή όταν οι οδηγίες είναι ασαφείς, η ευθύνη δυστυχώς μετακυλίεται στη γυναίκα, που αναζητά πολλαπλές γνώμες χωρίς πυξίδα.
Ο δρόμος προς τη διάγνωση δεν απαιτεί περισσότερες εξετάσεις, αλλά καλή οργάνωση με έναν υπεύθυνο συντονιστή ιατρό, που διενεργεί εξειδικευμένη μελέτη των εξετάσεων με τυποποιημένη γνωμάτευση, που παρέχει οδηγίες για συμπληρωματικές εξετάσεις, διενεργεί καθοδηγούμενη βιοψία όταν απαιτείται και παραπέμπει στην πολυεπιστημονική ομάδα του κέντρου μαστού για την αντιμετώπιση. Μόνο έτσι μειώνεται τόσο η διενέργεια μη απαραίτητων εξετάσεων, η υπέρμετρη ανησυχία, όσο και ο επικίνδυνος εφησυχασμός.
Διαβάστε επίσης
Καρκίνος μαστού: Μαστογραφία ανά διετία για τις γυναίκες 50-74 ετών – Τι αλλάζει με τη νέα οδηγία
Νέα εποχή εξατομικευμένου ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού – Ποιες γυναίκες αφορά