Ένα πολύ μεγάλο ποσό, που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 5 δισ. ευρώ ετησίως, πληρώνουν οι πολίτες στην Ελλάδα για ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας. Όταν χρειάζονται κάτι επείγον, έκτακτο ή προγραμματισμένο με συγκεκριμένο γιατρό, συχνά οδηγούνται σε ιδιωτικές νοσηλευτικές μονάδες και καλύπτουν με δικά τους χρήματα το υψηλό κόστος των υπηρεσιών που λαμβάνουν, είτε πρόκειται για επεμβάσεις, ιατρικές πράξεις, αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ή άλλες παροχές.

Το κόστος αυτό, σε πολλές περιπτώσεις, ξεπερνά τις οικονομικές δυνατότητες των περισσότερων. Κι όμως, πολλοί επιλέγουν ή αναγκάζονται να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο, παρά το σημαντικό οικονομικό βάρος που επωμίζονται. Αυτό δείχνει ότι οι πολίτες είτε καταφεύγουν συνειδητά είτε οδηγούνται έμμεσα στην ιδιωτική υγεία, λαμβάνοντας υπηρεσίες για τις οποίες, θεωρητικά, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τον δωρεάν δρόμο της δημόσιας περίθαλψης.

Αυτό το παράδοξο, που για πολλούς γίνεται οικονομικά εξουθενωτικό, αξιοποιεί ως βασικό επιχείρημα η ιδιωτική ασφάλιση. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ασφάλιση υγείας δεν αφορά μόνο τους οικονομικά ισχυρούς, αλλά ίσως κυρίως τους οικονομικά πιο αδύναμους, δηλαδή εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να προστατευθούν από μια δαπανηρή ανάγκη νοσηλείας ή θεραπείας. Ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα μπορεί να τους δώσει τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στην ιδιωτική υγεία χωρίς να χρειαστεί να καλύψουν το σύνολο της δαπάνης από την τσέπη τους.

Πράγματι, οι οικονομικά ισχυροί μπορούν να καλύψουν το κόστος της ιδιωτικής υγείας όταν χρειαστεί. Αντίθετα, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών είναι εκείνη που έχει αντικειμενικά μεγαλύτερη ανάγκη να διαθέτει ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα. Ωστόσο, αυτό συχνά δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα πολλοί να διαπιστώνουν την αξία του μόνο τη στιγμή που το χρειάζονται, όταν όμως είναι ήδη αργά.

Με αυτή τη λογική, η απόκτηση ενός προγράμματος υγείας μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα ασφάλιστρα που θα έχουν καταβληθεί σε βάθος χρόνου μπορεί να είναι χαμηλότερα από το κόστος μιας ή δύο μόνο χρήσεων ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας. Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο να επανεξετάσουν όσοι δεν διαθέτουν ιδιωτική ασφάλιση υγείας κατά πόσο αυτή θα μπορούσε τελικά να τους συμφέρει περισσότερο από το να βρεθούν αντιμέτωποι με μια μεγάλη δαπάνη, αν χρειαστούν ιδιωτική περίθαλψη μία ή δύο φορές.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο σε περιπτώσεις όπου μπορεί να απαιτηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρεσίες νοσηλείας, θεραπείας ή αποκατάστασης, όπως σε ένα κάταγμα, μια σοβαρή επέμβαση ή άλλη σοβαρή περιπέτεια υγείας. Σε τέτοιες συνθήκες, η ύπαρξη ενός προγράμματος υγείας μπορεί να αποδειχθεί η καλύτερη επιλογή.

Η ασφάλιση υγείας, επομένως, δεν είναι απλώς ένα έξοδο. Μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό πλεονέκτημα. Σήμερα, μάλιστα, που υπάρχει μεγάλη γκάμα επιλογών, ο καθένας μπορεί να βρει ένα πρόγραμμα πιο κοντά στο οικονομικό του προφίλ και στις ανάγκες του.

Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι τα ασφαλιστικά προγράμματα υγείας εμφανίζουν εδώ και χρόνια σχετική στασιμότητα στην ανάπτυξή τους στην αγορά. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 εκατομμύριο πολίτες στην Ελλάδα διαθέτουν κάποιο σχετικό ατομικό πρόγραμμα, ενώ περίπου 200.000 συμμετέχουν σε ομαδικά προγράμματα υγείας μέσω της εργασίας τους. Αυτός είναι, κατά προσέγγιση, ο αριθμός των πολιτών που είναι ιδιωτικά ασφαλισμένοι και μπορούν να αξιοποιήσουν τα προγράμματά τους για πρόσβαση στην ιδιωτική υγεία.

Όλοι οι υπόλοιποι, όταν υπό έκτακτες ή πιεστικές συνθήκες καταφεύγουν σε ιδιωτικά νοσοκομεία ή κλινικές, πληρώνουν από δικά τους χρήματα τις ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες που θα χρειαστούν.

Διαβάστε επίσης

Ασφάλιση υγείας: Τι πρέπει να προσέξετε πριν υπογράψετε το συμβόλαιό σας

Διστάζετε να ασφαλιστείτε; Πρώτα πρέπει να ενημερωθείτε σωστά

Είναι λογικό να διστάζετε πριν την αγορά ενός ασφαλιστηρίου – Γιατί αξίζει να το κάνετε