Η χρόνια δύσπνοια δεν περιορίζει μόνο τη σωματική δραστηριότητα και τη λειτουργικότητα στην καθημερινότητα. Σύμφωνα με μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο BMJ Open Respiratory Research, συνδέεται και με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σεξουαλική ζωή, αναδεικνύοντας μια λιγότερο ορατή αλλά ουσιαστική διάσταση της επιβάρυνσης που προκαλεί.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Flinders βασίστηκαν σε στοιχεία από 10.033 ενήλικες, με μέση ηλικία τα 45,4 έτη. Οι γυναίκες αντιστοιχούσαν στο 52% του δείγματος, ενώ το 42% των συμμετεχόντων δήλωσε τουλάχιστον κάποιο βαθμό δύσπνοιας.

Τι κατέγραψε η μελέτη

Στο σύνολο των ερωτηθέντων, το 12% ανέφερε ότι ήταν «πολύ δυσαρεστημένο» από τη συνολική σεξουαλική του ζωή. Παράλληλα, το 9% δήλωσε ότι το αναπνευστικό αυτό σύμπτωμα είχε επηρεάσει αρνητικά τη σεξουαλική του ζωή κατά τις τέσσερις προηγούμενες εβδομάδες.

Τα δεδομένα έδειξαν ότι ακόμη και η ήπια δύσπνοια συνδέεται με χαμηλότερη ικανοποίηση. Σε σύγκριση με τα άτομα που δεν ανέφεραν καθόλου τέτοια ενόχληση, η πιθανότητα δυσμενέστερης αξιολόγησης της σεξουαλικής ζωής ήταν αυξημένη από 35% έως 76%, ανάλογα με τη βαρύτητα της κατάστασης.

Ακόμη πιο έντονη ήταν η σχέση με την άμεση αρνητική επίδραση στη σεξουαλική ζωή. Τα άτομα με ήπια δύσπνοια είχαν 1,84 φορές υψηλότερες πιθανότητες να αναφέρουν επιβάρυνση, εκείνα με μέτρια βαρύτητα 3,91 φορές, ενώ στις σοβαρότερες κατηγορίες η αντίστοιχη πιθανότητα έφθανε το 5,30.

Η ψυχολογική διάσταση

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συσχέτιση αυτή δεν φαίνεται να εξηγείται μόνο από τους φυσικούς περιορισμούς που «επιβάλλει» η δύσπνοια. Η ανάλυση έδειξε ότι περίπου το 25% της συνολικής σχέσης μπορεί να διαμεσολαβείται από τη συναισθηματική λειτουργία. Με άλλα λόγια, δεν αφορά αποκλειστικά τη μειωμένη αντοχή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το άτομο βιώνει ψυχολογικά τη σεξουαλική του ζωή.

Οι συγγραφείς διευκρινίζουν, πάντως, ότι η εν λόγω παρατήρηση πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή. Η σεξουαλική ικανοποίηση είναι πολυπαραγοντική και μπορεί να επηρεάζεται από βιολογικούς, σωματικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, πολλοί από τους οποίους είναι πιθανό να συνυπάρχουν στα άτομα με χρόνια συμπτώματα.

Ένα συχνό αλλά «αόρατο» πρόβλημα

Σύμφωνα με τη μελέτη, η δύσπνοια αφορά το 4% έως 10% του γενικού πληθυσμού στις χώρες υψηλού εισοδήματος, περίπου το 25% των ατόμων μέσης ηλικίας, ενώ γίνεται συχνότερη όσο στις γηραιότερες ομάδες. Ωστόσο, οι συνέπειές της σε πτυχές της ζωής όπως η σεξουαλική ικανοποίηση παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός δημόσιας ή/ και κλινικής συζήτησης.

Η ίδια δημοσίευση παραπέμπει και σε παλαιότερα πληθυσμιακά δεδομένα, τα οποία είχαν δείξει ότι όσο επιδεινώνεται η βαρύτητα του συμπτώματος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα περιορισμού ή και διακοπής της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Συμπέρασμα

Όσο σοβαρότερη είναι η δύσπνοια, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ένας άνθρωπος να αναφέρει ότι η σεξουαλική του ζωή έχει επηρεαστεί αρνητικά και ότι αισθάνεται λιγότερο ικανοποιημένος από αυτήν. Η μελέτη φωτίζει μια υποτιμημένη πλευρά ενός ιδιαίτερα κοινού συμπτώματος και ενισχύει την ανάγκη να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως αναπνευστική ενόχληση, αλλά ως κατάσταση με ευρύτερες συνέπειες για την ποιότητα της καθημερινότητάς του.

Διαβάστε επίσης

Προσοχή: Αυτά τα φάρμακα για τη δύσπνοια μπορεί να κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό

Πνεύμονες: Η διατροφή που συμβάλλει στην ολιστική αντιμετώπιση της ΧΑΠ – Οι χρυσοί κανόνες

Το αναπνευστικό σύμπτωμα που εξαπλασιάζει τον κίνδυνο θανάτου σε περίπτωση νοσηλείας