Όταν αναφερόμαστε στην υγεία του εγκεφάλου, συχνά εστιάζουμε σε λειτουργίες όπως η σκέψη, η μνήμη και τα συναισθήματα. Ωστόσο, μια από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του είναι η ικανότητα να «μεταφράζει» την πρόθεση σε κίνηση. Πώς λειτουργεί, όμως, αυτή η σύνδεση και τι συμβαίνει όταν καταρρέει, όπως στις περιπτώσεις ατόμων με νόσο Πάρκινσον;
Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν την δρ. Anne Buckingham Young, μια πρωτοπόρο επιστήμονα, που άλλαξε τον ρου της νευρολογίας. Παρά τις προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπισε -διαγνώστηκε με δυσλεξία και, αργότερα, διπολική διαταραχή– διένυσε μια εκπληκτική επιστημονική πορεία: Έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος τμήματος στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης (MGH) και συνέβαλε, με την πρωτοποριακή της έρευνα, στη νευροφαρμακολογία και τη γενετική νευρολογία. Μερικά από τα επιτεύγματα που ξεχωρίζουν είναι ο εντοπισμός βασικών υποδοχέων νευροδιαβιβαστών, η συμβολή στην ανάπτυξη προηγμένων τεχνικών νευροαπεικόνισης και η ανακάλυψη της γενετικής μετάλλαξης που ευθύνεται για τη νόσο Χάντινγκτον. Όλα αυτά και πολλά ακόμη αναφέρονται στα απομνημονεύματά της, που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα, με τίτλο «Disorderly Movements: A Neurologist’s Adventures in the Lab and Life».

Η δρ. Anne Buckingham Young
Πρωτοπόρος στην επιστήμη – Και στη ζωή
Η ερευνητική καριέρα της δρ. Young ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins υπό την καθοδήγηση του Solomon Snyder, πρωτοπόρου στην έρευνα των νευροϋποδοχέων. Χρησιμοποιώντας μεθόδους ραδιενεργού μαρκαρίσματος, εντόπισε υποδοχείς για το GABA και τη γλυκίνη, νευροδιαβιβαστές απαραίτητους για τον κινητικό έλεγχο.
Η επαγγελματική και η προσωπική της ζωή ενώνεται με τον σύζυγό της, δρ. Jack Penney, με τον οποίο διεξήγαγε μεγάλο μέρος του πιο σημαντικού έργου της. Μαζί ανακάλυψαν ότι το γλουταμινικό ήταν ο βασικός νευροδιαβιβαστής στην κορτικοσπειραματική οδό και ανέπτυξαν νέες τεχνικές απεικόνισης για τη μελέτη της βλάβης των υποδοχέων στον εγκέφαλο. Η συνεργασία τους κατέληξε σε ένα ευρέως αναφερόμενο μοντέλο της λειτουργίας των βασικών γαγγλίων, το οποίο παραμένει θεμελιώδες για την κατανόηση διαταραχών όπως η νόσος Πάρκινσον και η νόσος Χάντινγκτον. Ένωσε επίσης τις δυνάμεις της με την ερευνήτρια Nancy Wexler στη Βενεζουέλα, συμβάλλοντας στον εντοπισμό του γονιδίου της επανάληψης CAG, που ευθύνεται για τη νόσο Χάντινγκτον.
Στο βιβλίο αναφέρονται επίσης άγνωστες ιστορίες, χαρακτηριστικές της ενστικτώδους προσέγγισης της δρ. Young στην επιστήμη. Ως ειδικευόμενη στο UCSF, διέγνωσε κάποτε έναν σπάνιο όγκο στον εγκέφαλο, βασιζόμενη αποκλειστικά στην ασύμμετρη ανάπτυξη των μυών. Σε ένα άλλο περιστατικό, η ιατρική της διαίσθηση κατά τη διάρκεια ενός τοκετού -όπου ανίχνευσε μια επικίνδυνα υψηλή επισκληρίδιο- πιθανώς έσωσε τη ζωή της μητέρας.
Το 1991, η Young έγραψε ιστορία ως η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε επικεφαλής τμήματος στο MGH. Η θητεία της σηματοδότησε μια «σεισμική» αλλαγή στην κουλτούρα της ακαδημαϊκής ιατρικής: Υπό την ηγεσία της, το ποσοστό των γυναικών καθηγητών αυξήθηκε από 0 σε πάνω από 30%. Τα κατορθώματά της σε αυτό το πεδίο θεωρούνται εξίσου σημαντικά με τα επιστημονικά της επιτεύγματα.
Το 1999, ο σύζυγός της πέθανε ξαφνικά, σε ηλικία 51 ετών. Η απώλεια της προκάλεσε ένα σπιράλ κατάθλιψης και κατάχρησης ουσιών, που οδήγησε στη νοσηλεία της στο νοσοκομείο. Ωστόσο, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, η δρ. Young συνέχισε να ηγείται των εξελίξεων και να καινοτομεί.
Το 2001 ίδρυσε το Mass General Institute for Neurodegenerative Disorders (MIND), ένα συνεργατικό ερευνητικό κέντρο, σχεδιασμένο για να επιταχύνει την πρόοδο σε όλους τους κλάδους. Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος τόσο της Αμερικανικής Νευρολογικής Εταιρείας, όσο και της Εταιρείας Νευροεπιστημών. Πρόκειται, μάλιστα, για το μοναδικό άτομο που κατείχε και τους δύο ρόλους.
Η Anne Buckingham Young προώθησε την κατανόησή μας για το πώς ο εγκέφαλος ελέγχει την κίνηση, αλλά βοήθησε και στο να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η ιατρική αντιμετωπίζει τις γυναίκες επιστήμονες. Το έργο της ζωής της συνεχίζει να εμπνέει και να συμβάλει στην εξέλιξη του κλάδου της νευρολογίας.
Διαβάστε επίσης
Νόσος Πάρκινσον: Τεστ δέρματος την εντοπίζει 7 χρόνια νωρίτερα – Πριν εκδηλωθούν συμπτώματα
«Βαρύ» το αποτύπωμα της COVID-19 στον εγκέφαλο – Αφορά ακόμη κι όσους δε νόσησαν