Στα νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα για τη σχέση των ακραίων θερμοκρασιών με τη θνητότητα στην ευρύτερη λεκάνη της Μεσογείου αναφέρθηκε ο Μανώλης Κογεβίνας, Καθηγητής Επιδημιολογίας στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Υγείας της Βαρκελώνης (ISGlobal), μιλώντας στο δεύτερο πάνελ του 7ου Συνεδρίου Ygeiamou.
Ο κ. Κογεβίνας επισήμανε ότι οι ημέρες καύσωνα αυξάνονται σταθερά, γεγονός που αποτυπώνεται και στη συχνότητα των προειδοποιητικών μηνυμάτων που λαμβάνουν οι πολίτες για επεισόδια υψηλών θερμοκρασιών. «Έχουμε μια αύξηση περίπου 300% των μηνυμάτων σήμερα σε σχέση με πριν από 15-20 χρόνια», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι τα ακραία θερμικά φαινόμενα επηρεάζουν την υγεία με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Όπως εξήγησε, οι επιπτώσεις είναι τόσο άμεσες, όσο και έμμεσες. Στις άμεσες περιλαμβάνονται καρδιαγγειακά και αναπνευστικά προβλήματα, ζητήματα ψυχικής υγείας και αυξημένο στρες. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύεται και η ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του Συστήματος Υγείας απέναντι σε ακραίες καταστάσεις. «Χρειαζόμαστε σχέδιο για τις ακραίες καταστάσεις. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να κάνουμε πλάνα, αλλά και να τα εφαρμόζουμε», τόνισε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη λειψυδρία, επισημαίνοντας ότι η Μεσόγειος αποτελεί πλέον «hot spot» για τέτοιου είδους φαινόμενα. Όπως σημείωσε, οι λύσεις σε αυτό το πεδίο δεν μπορούν να είναι άμεσες, αλλά απαιτούν μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Ο καθηγητής στάθηκε και στις έμμεσες συνέπειες της κλιματικής κρίσης στην υγεία, όπως ο περιορισμός της φυσικής άσκησης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, αλλά και οι επιπτώσεις στη διατροφή και την επισιτιστική ασφάλεια. «Η φυσική άσκηση είναι πολύ σημαντικός παράγοντας ευζωίας. Όταν οι υψηλές θερμοκρασίες περιορίζουν τις ώρες κατά τις οποίες μπορεί κάποιος να ασκηθεί, αυτό έχει σημαντική επίδραση στην υγεία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Κογεβίνας κατέληξε ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στην υγεία είναι πολυεπίπεδες και απαιτούν συντονισμένη, μακροπρόθεσμη και εφαρμόσιμη στρατηγική. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κλιματική κρίση δεν συνδέεται μόνο με την εμφάνιση νέων απειλών, αλλά κυρίως με την αύξηση της συχνότητας και της έντασης ήδη γνωστών νοσημάτων.
Όπως ανέφερε, καρδιαγγειακά νοσήματα, εμφράγματα, καρκίνος πνεύμονα, ΧΑΠ, άσθμα και ψυχικές διαταραχές επηρεάζονται από τις περιβαλλοντικές μεταβολές και την έκθεση σε ακραίες συνθήκες.
Τα γνωστά νοσήματα γίνονται συχνότερα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα λοιμώδη νοσήματα, σημειώνοντας ότι ορισμένες ασθένειες, όπως ο δάγκειος πυρετός, δεν είναι νέες, αλλά ενδέχεται να εμφανίζονται συχνότερα στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Υπενθύμισε, μάλιστα, τη μεγάλη επιδημία δάγκειου πυρετού στην Ελλάδα το 1928, η οποία αποτέλεσε αφορμή για τη δημιουργία της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Ο καθηγητής διευκρίνισε ότι ορισμένοι κίνδυνοι, όπως η ελονοσία, παραμένουν ελεγχόμενοι στις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ απέκλεισε το ενδεχόμενο εμφάνισης νοσημάτων όπως ο Έμπολα, λόγω του τρόπου μετάδοσης και της φύσης της ασθένειας.
Στάθηκε, επίσης, στις συνέπειες μεγάλων περιβαλλοντικών κρίσεων, όπως οι πυρκαγιές στον Έβρο και την Εύβοια, επισημαίνοντας ότι οι απώλειες για τη δημόσια υγεία δεν περιορίζονται στην άμεση απειλή της φωτιάς. Όπως τόνισε, η έκθεση σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αιωρούμενων σωματιδίων και ατμοσφαιρικής ρύπανσης μπορεί να έχει σοβαρές μετέπειτα επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού.
Η Ευρώπη και το Green Deal
Ερωτώμενος αν η Ελλάδα και, ευρύτερα, η Ευρώπη είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτές τις πολλαπλασιαζόμενες κρίσεις δημόσιας υγείας, ο κ. Κογεβίνας είπε ότι «η Ευρώπη παραμένει μία από τις πιο προχωρημένες περιοχές του κόσμου στον σχεδιασμό και την υιοθέτηση πολιτικών για το κλίμα. Το Green Deal αποτέλεσε μια σημαντική επένδυση προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο η εφαρμογή του δέχεται πλέον ισχυρές πιέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Τόνισε, μάλιστα, ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα ή την Ευρώπη, αλλά αποτελεί μια παγκόσμια πρόκληση που απαιτεί συντονισμένες πολιτικές και μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην έρευνα, σημειώνοντας ότι στην Ευρώπη παραμένει σοβαρό πρόβλημα η χρηματοδότηση μελετών που δεν περιορίζονται μόνο στην καταγραφή των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, αλλά εξετάζουν και τους τρόπους αντιμετώπισής της, τόσο σε επίπεδο προσαρμογής, όσο και μετριασμού.
Όπως υπογράμμισε, απαιτείται μεγαλύτερη στήριξη σε πολιτικές έρευνες και εφαρμοσμένες λύσεις, καθώς η κλιματική αλλαγή αποτελεί ένα φαινόμενο τόσο εκτεταμένο και σύνθετο, που ξεπερνά τις δυνατότητες των υφιστάμενων μηχανισμών, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.
«Βρισκόμαστε ήδη στο 1,5°C. Αν δεν ληφθούν μέτρα, χωρίς καμία αμφιβολία θα φτάσουμε στους 3°C», προειδοποίησε χαρακτηριστικά.
Διαβάστε επίσης
Κτιστάκης: Εάν αυξήσουμε το όριο ζωής κατά ένα χρόνο θα έχουμε εξοικονόμηση 30 τρις ευρώ