Η έρευνα δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά κρίσιμο αναπτυξιακό εργαλείο για την οικονομία, την κοινωνία και την ανάσχεση του brain drain, τόνισε η Μαρία Κωνσταντοπούλου, Διευθύντρια Ερευνών στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, μιλώντας στο 7ο Συνέδριο του Ygeiamou με τίτλο «Η Υγεία σε έναν Μεταβαλλόμενο Κόσμο: Ανθεκτικότητα, Πρόσβαση, Εμπιστοσύνη».
Στη συζήτηση «Από το εργαστήριο στην κλινική πράξη: Η έρευνα σε έναν κόσμο που αλλάζει», η κ. Κωνσταντοπούλου υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα εξαιρετικά δραστήριο και ανταγωνιστικό ερευνητικό δυναμικό, το οποίο όμως λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα που δεν το στηρίζει επαρκώς.
Όπως ανέφερε, η χώρα βρίσκεται στην έβδομη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την προσέλκυση χρηματοδοτήσεων από ιδιαίτερα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά ερευνητικά έργα -μια επίδοση που, όπως είπε, αποδεικνύει τη δυναμική των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων.
«Το ελληνικό ερευνητικό σύστημα είναι πάρα πολύ δραστήριο. Το ότι ένα μικρό κράτος όπως η Ελλάδα έχει την έβδομη θέση στην προσέλκυση χρηματοδοτήσεων από ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα στον ευρωπαϊκό στίβο είναι μια σημαντική επιτυχία», σημείωσε.
Ωστόσο, περιέγραψε ένα περιβάλλον με σοβαρές παθογένειες: έλλειψη στρατηγικής, περιορισμένη και ασταθή χρηματοδότηση, κατακερματισμό πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και υποδομών, αλλά και ανεπαρκή διασύνδεση ερευνητικών κέντρων, πανεπιστημίων και παραγωγικού ιστού.
«Η επένδυση στην έρευνα δεν είναι πολυτέλεια», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η έρευνα συνδέεται άμεσα με την αύξηση του ΑΕΠ, τη δημιουργία εσόδων και την παραγωγή κοινωνικής αξίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα του brain drain. Όπως είπε, δεν αρκεί να ζητά η χώρα από τους επιστήμονες του εξωτερικού να επιστρέψουν. Πρέπει να τους προσφέρει ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορούν να εργαστούν με αξιοπρέπεια, προοπτική και σεβασμό.
«Το θέμα είναι να έχει ο Έλληνας επιστήμονας την επιλογή να γυρίσει. Και σίγουρα δεν γυρίζει κάποιος επειδή θα πάρει καλύτερο μισθό. Αυτό που πρέπει να του δώσουμε είναι ένα περιβάλλον που να τον σέβεται και να μπορεί να δουλέψει», ανέφερε.
«Το ανθρώπινο δυναμικό κρατά ζωντανή την ελληνική έρευνα»
Απαντώντας στο ερώτημα τι είναι αυτό που κρατά ζωντανή την ελληνική έρευνα παρά τις δυσκολίες, η κ. Κωνσταντοπούλου ήταν σαφής: «Το ανθρώπινο δυναμικό».
Όπως εξήγησε, η έρευνα είναι ένας δυναμικός τομέας, που αλλάζει συνεχώς και απαιτεί γρήγορη προσαρμογή — χαρακτηριστικά που, όπως είπε, ταιριάζουν στον Έλληνα επιστήμονα. «Και στην Ελλάδα έχουμε αυτές τις επιτυχίες γιατί πραγματικά η έρευνα είναι κάτι που ταιριάζει στον Έλληνα», σημείωσε.
Παράλληλα, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πλαισίων, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Να είναι καλά τα χρηματοδοτικά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί αν δεν υπήρχαν και αυτά, νομίζω ότι δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα».
Η κ. Κωνσταντοπούλου στάθηκε και στο πρόβλημα της αξιοποίησης της ελληνικής έρευνας. Όπως είπε, υπάρχουν επιτυχημένα παραδείγματα εταιρειών που βασίστηκαν σε έρευνα που έγινε στην Ελλάδα, αλλά στη συνέχεια εξαγοράστηκαν από ξένους ομίλους, με αποτέλεσμα η προστιθέμενη αξία να αξιοποιείται κυρίως από άλλες χώρες.
Αναφερόμενη στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, σημείωσε ότι το 1,5% του ΑΕΠ που εμφανίζεται ως επένδυση στην Ελλάδα είναι, σε σημαντικό βαθμό, «πλασματικό», καθώς η αύξηση αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις φοροαπαλλαγές προς επιχειρήσεις για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης.
Όπως είπε, οι φοροαπαλλαγές είναι σωστό εργαλείο, αλλά πρέπει να συνδέονται με πραγματικές συνεργασίες των επιχειρήσεων με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ώστε να δημιουργείται ουσιαστικό οικοσύστημα καινοτομίας.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εμφανίζει ισχυρές επιδόσεις στους δείκτες έρευνας και στους βιβλιομετρικούς δείκτες, αλλά παραμένει χαμηλά στο πεδίο της καινοτομίας. «Δεν μπορείς να έχεις καινοτομία αν δεν έχεις βασική έρευνα», σημείωσε, επιμένοντας ότι η χρηματοδότηση της βασικής έρευνας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε ουσιαστικό οικοσύστημα καινοτομίας.
Αναφερόμενη στη διακυβέρνηση της έρευνας, υπενθύμισε ότι η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών έχει καταθέσει από το 2021 προτάσεις για την αναδιάρθρωση του συστήματος, ζητώντας έναν κεντρικό φορέα στρατηγικού σχεδιασμού, με συμμετοχή πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, καθώς και σταθερούς μηχανισμούς αξιολόγησης και χρηματοδότησης.
«Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν», ανέφερε, τονίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται στρατηγική όχι μόνο βραχυπρόθεσμη, αλλά κυρίως μακροπρόθεσμη. «Αυτά που δίνει η Ελλάδα αυτή τη στιγμή στην έρευνα να δοθούν με βάση ένα στρατηγικό πλάνο», σημείωσε.
Κλείνοντας, η Μαρία Κωνσταντοπούλου υπογράμμισε ότι η επιστήμη πρέπει να εξηγεί διαρκώς στην κοινωνία γιατί την αφορά. «Το μότο μου είναι “λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει”. Είναι σημαντικό να εξηγείς στον κόσμο τι είναι η έρευνα και γιατί είναι χρήσιμη», ανέφερε.