Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων συνεχίζει να στηρίζει τις ευρωπαϊκές αρχές στη διαχείριση της επιδημίας ιού χανταϊού που συνδέεται με το κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, το οποίο κατέπλευσε στις 10 Μαΐου στο λιμάνι Granadilla της Τενερίφης, στα Κανάρια Νησιά.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ECDC, οι επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος αποβιβάζονται σταδιακά και επαναπατρίζονται στις χώρες προέλευσής τους μέσω μη εμπορικών πτήσεων. Κατά την αποβίβαση, όλοι θεωρούνται υψηλού κινδύνου, ανεξάρτητα από το αν παρουσιάζουν συμπτώματα ή όχι.

Βάσει της επιστημονικής καθοδήγησης του ECDC, όσοι επιβάτες ή μέλη πληρώματος εμφανίζουν συμπτώματα πρέπει να τεθούν άμεσα σε ιατρική απομόνωση, να υποβληθούν σε εργαστηριακό έλεγχο και να λάβουν την απαραίτητη ιατρική φροντίδα. Όσοι δεν έχουν συμπτώματα καλούνται να παραμείνουν σε καραντίνα και να παρακολουθούν την υγεία τους για πιθανή εμφάνιση συμπτωμάτων για διάστημα έως και 6 εβδομάδων, λόγω της μακράς περιόδου επώασης της νόσου.

Την ίδια ημέρα, αναφέρθηκε ένα νέο επιβεβαιωμένο κρούσμα στη Γαλλία. Πρόκειται για πρώην επιβάτη του πλοίου, ο οποίος εμφάνισε οξέα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της πτήσης επιστροφής στη Γαλλία και νοσηλεύεται πλέον σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

«Λόγω των αβεβαιοτήτων που εξακολουθούν να υπάρχουν και της μακράς περιόδου επώασης, είναι πιθανό να δούμε επιπλέον κρούσματα σε πρώην επιβάτες και μέλη του πληρώματος τις επόμενες εβδομάδες», δήλωσε η δρ. Pamela Rendi-Wagner, διευθύντρια του ECDC. Όπως σημείωσε, η προληπτική προσέγγιση που ακολούθησε το ECDC από την αρχή υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική.

Το ECDC είχε ήδη τοποθετήσει εμπειρογνώμονα επί του πλοίου από τις 6 Μαΐου, ενώ στις 9 Μαΐου ανέπτυξε πρόσθετους ειδικούς μέσω της EU Health Task Force, με στόχο την παροχή τεχνικής και επιχειρησιακής υποστήριξης στις ισπανικές αρχές, όπου αυτό απαιτείται.

Παράλληλα, το Κέντρο συνεχίζει να συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη της ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και άλλους εταίρους, προκειμένου να διασφαλιστεί ο συντονισμός της απόκρισης και η άμεση ανταλλαγή πληροφοριών. Στο πλαίσιο της επιδημίας, ενεργοποιήθηκε επίσης το ευρωπαϊκό εργαστήριο αναφοράς δημόσιας υγείας για αναδυόμενους, ζωονοσογόνους και μεταδιδόμενους από τρωκτικά ιικούς παθογόνους παράγοντες, ώστε να υποστηριχθούν τα κράτη μέλη με ταχεία και αξιόπιστη διαγνωστική δυνατότητα.

Σύμφωνα με πρόσφατη γενετική ανάλυση, τα επιβεβαιωμένα δείγματα από επιβάτες φαίνεται, με μεγάλη πιθανότητα, να συνδέονται με την ίδια αρχική πηγή μόλυνσης. Τα γονιδιωματικά δεδομένα δείχνουν επίσης ότι ο ιός που εμπλέκεται στην επιδημία είναι παρόμοιος με στελέχη του ιού Andes, που είναι ήδη γνωστό ότι κυκλοφορούν στη Νότια Αμερική και δεν πρόκειται για νέα παραλλαγή.

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το συγκεκριμένο στέλεχος μεταδίδεται ευκολότερα ή προκαλεί σοβαρότερη νόσο σε σχέση με άλλους ιούς Andes.

Το ECDC ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει να παρέχει ενημερώσεις καθώς θα προκύπτουν νέα στοιχεία. Παρά τις πρόσφατες εξελίξεις, η εκτίμηση κινδύνου του Κέντρου δεν αλλάζει: Ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό στην ΕΕ και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο παραμένει πολύ χαμηλός.

Ειδήσεις σήμερα

Παραμένουν στο ΕΣΥ 500 τραυματιοφορείς – Για έναν ακόμη χρόνο

Αγαπηδάκη για χανταϊό: Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας, η χώρα μας έχει λάβει τα υψηλότερα μέτρα προστασίας

ΠΟΑμΣΚΠ: Νέο ψηφιακό πρόγραμμα στήριξης για άτομα με πολλαπλή σκλήρυνση