*Γράφει η Βασιλική Χρυσοστομίδου

Περίπου 250 έως 300 παιδιά τον χρόνο εγκαταλείπουν το σπίτι τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία, που χειρίζεται η Ελληνική Αστυνομία σε συνεργασία με το «Χαμόγελο του Παιδιού». Ο αριθμός, ωστόσο, εκτιμάται ότι είναι σημαντικά μεγαλύτερος, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς βρίσκουν τα παιδιά και τα επιστρέφουν στο σπίτι χωρίς να γίνει ποτέ επίσημη καταγραφή.

Πίσω από αυτές τις περιπτώσεις των νεαρών φυγάδων δεν κρύβονται «καπρίτσια», ούτε εφηβικές υπερβολές. Κρύβονται παιδιά, που έφτασαν στο σημείο να πιστέψουν ότι οπουδήποτε αλλού είναι καλύτερα από το ίδιο τους το σπίτι. Όπως τονίζει η ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου, η φυγή δεν είναι εκβιασμός, ούτε πράξη της στιγμής: «Η απόφαση ενός παιδιού να φύγει από το σπίτι του δεν είναι παρορμητική. Είναι μία ανάγκη διαφυγής από ένα περιβάλλον ιδιαίτερα πιεστικό, αυταρχικό, που το κακοποιεί ψυχικά και δεν μπορεί να αντέξει άλλο».

Οι «σκληροί» αριθμοί

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. και του «Χαμόγελου του Παιδιού»:

  • 70–80% των παιδιών επιστρέφουν ή εντοπίζονται μέσα στις πρώτες 72 ώρες
  • 15–20% εντοπίζονται μετά από εβδομάδες ή και μήνες, συχνά σε άλλη πόλη
  • 1–5% δεν εντοπίζονται ποτέ – περιπτώσεις που μπορεί να συνδέονται με ατύχημα ή εγκληματική ενέργεια

Το 50–60% του αριθμού των εφήβων φυγάδων φαίνεται να φεύγει από το σπίτι με τη θέλησή του. Είναι κυρίως παιδιά 15–17 ετών, ενώ 65–70% είναι κορίτσια, τα οποία βιώνουν εντονότερη καταπίεση στο σπίτι.

Ενδεικτικά, στην Ελλάδα μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2024 εξαφανίστηκαν 112 παιδιά, αριθμός αυξημένος κατά 14,28% σε σχέση με το 2023.

Αναλυτικά:

  • 71 φυγές εφήβων,
  • 13 γονικές αρπαγές,
  • 18 Amber Alert – Εισαγγελικές Εντολές,
  • 6 ασυνόδευτοι ανήλικοι,
  • 3 αρπαγές από τρίτο πρόσωπο,
  • 1 σεξουαλική διαδικτυακή εκμετάλλευση.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι 1 στα 6 παιδιά φυγάδες κινδυνεύει να πέσει θύμα εκμετάλλευσης ή trafficking ενώ «υπάρχει πάντα ο φόβος του grooming καθώς τα παιδιά φυγάδες είναι εξαιρετικά ευάλωτα», προειδοποιεί η κ. Καππάτου.

Από τα 112 παιδιά που αναζητούνταν, έχουν εντοπιστεί και βρεθεί τα 85 είτε σε διάστημα λίγων ημερών και εντός μικρής χιλιομετρικής απόστασης, είτε ύστερα από μεγαλύτερης διάρκειας αναζήτηση.

Όπως σημειώνεται, το 60–65% των περιστατικών φυγής συγκεντρώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη – η ανωνυμία, η ευκολία των μέσων μεταφοράς και οι έντονες επιρροές από συνομηλίκους λειτουργούν ως καταλύτες. Παιδιά από την επαρχία συχνά κατευθύνονται στην Αθήνα «για να χαθούν».

Σε διεθνές επίπεδο, το φαινόμενο αποτυπώνεται ως εξής:

  • Στις ΗΠΑ, 1,5–2 εκατομμύρια παιδιά φεύγουν από το σπίτι κάθε χρόνο.
  • Στην Ευρώπη, καταγράφονται περίπου 250.000 εξαφανίσεις παιδιών ετησίως – δηλαδή ένα παιδί κάθε δύο λεπτά.

«Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός παιδιών που εξαφανίζονται αλλά τα καλά νέα είναι ότι το 95% αυτών των παιδιών βρίσκονται και επιστρέφουν στις οικογένειές τους πολύ γρήγορα και αυτό είναι αποτέλεσμα της αρμονικής συνεργασίας των Διεθνών και Εθνικών Αρχών», δηλώνει η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας για τα Εξαφανισμένα Παιδιά, Maria Herzog.

Ένα παιδί δεν φεύγει «έτσι απλά»

Η φυγή είναι προϊόν μακροχρόνιας σκέψης και σχεδιασμού. «Τα παιδιά αυτά δεν φεύγουν απλώς για να αυτονομηθούν. Μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα ακραία, με υπερβολική οριοθέτηση και αυταρχισμό, όπου δεν εισακούονται, ούτε γίνεται σεβαστή η προσωπικότητά τους», υπογραμμίζει η κ. Καππάτου.

Για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ονειρεύονται τη φυγή τους, ακόμη και ένα ή δύο χρόνια πριν. Τη σχεδιάζουν, τη μελετούν και ζουν σε μία διαρκή κατάσταση εγρήγορσης. «Απέναντι σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η φυγή είναι μία ‘έξοδος σωτηρίας’. Μία απελπισμένη στρατηγική επιβίωσης απέναντι σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, που το παιδί βιώνει ως “απειλητικό” ή και “ανυπόφορο” σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου».

Υπάρχουν, βεβαίως, και περιπτώσεις εφήβων που απομακρύνονται προσωρινά για να τραβήξουν την προσοχή των γονέων τους – «Μπορεί να πάνε στο σπίτι ενός φίλου, χωρίς να ενημερώσουν. Αυτό όμως δεν θεωρείται φυγή. Είναι μία πρόσκαιρη απομάκρυνση, ένας τρόπος να πουν: “δες πώς θα αισθανθείς αν φύγω”».

Όταν όμως ένα παιδί αποφασίζει να εγκαταλείψει πραγματικά το σπίτι του, «δεν είναι μία στάση της στιγμής. Είναι κάτι προμελετημένο. Αυτό είναι το πιο βασικό. Ένα παιδί δεν φεύγει “έτσι απλά”… ».

Πώς οργανώνεται μια φυγή

Τα παιδιά που φεύγουν, συχνά έχουν δουλέψει το σχέδιό τους για μήνες ή ακόμη και για χρόνια. «Προσπαθούν να εξασφαλίσουν πόρους. Μαζεύουν λίγα χρήματα, πουλάνε αντικείμενα, αποσπούν χρήματα από τους γονείς τους χωρίς να το αντιληφθούν», αναφέρει η ειδικός για να προσθέσει: «Ζουν σε μία διαρκή εγρήγορση. Είναι εξαιρετικά παρατηρητικά για να εντοπίσουν “ρωγμές” στην καθημερινότητα, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ευκαιρίες διαφυγής, ξεφεύγοντας από την αυστηρή γονεϊκή επίβλεψη».

Σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν ήδη εξασφαλίσει βοήθεια είτε από συνομήλικους είτε – και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο – από ενήλικες που γνώρισαν μέσω διαδικτύου. Και τότε η φυγή αποκτά και χαρακτήρα “επανάστασης” απέναντι σε μια αδικία, που βιώνουν».

Προηγείται η απομάκρυνση από το συναισθηματικό σύνδεσμο με τους γονείς

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας ενός εφήβου για τη φυγή του, συχνά παρατηρείται πως πολύ νωρίτερα έχει ξεκινήσει να οικοδομεί μία συναισθηματική αποσύνδεση με τους γονείς του, προκειμένου να μην «λυγίσει» όταν έρθει η ώρα για τη «μεγάλη έξοδο». «Υψώνουν ένα τείχος στα συναισθήματά τους. Φοβούνται μήπως υπαναχωρήσουν από την απόφασή τους, έχουν ένα παγωμένο βλέμμα. “Παραιτούνται” και κάνουν υπομονή, δηλαδή, έχουν ήδη “φύγει” ψυχικά. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό, ότι τα παιδιά που διανύουν εκείνη τη φάση πριν τη φυγή, παύουν πλέον να αντιδρούν σε όλα όσα υφίστανται από τους γονείς – πρόκειται για έναν “οδυνηρό συμβιβασμό”, που όμως διακρίνεται από προσωρινότητα, καθώς “όπου να’ναι, φεύγουν”. Την ίδια στιγμή, τα παιδιά πιστεύουν βαθιά ότι οποιοδήποτε άλλο μέρος θα είναι καλύτερο από το σπίτι τους. Κι αυτό είναι τραγικό», διαπιστώνει η κ. Καππάτου τονίζοντας πως «για εκείνα, το σπίτι δεν είναι καταφύγιο. Είναι ένας χώρος, που απορρίπτουν. Ένας χώρος γεμάτος θλίψη, απελπισία και απόγνωση, χωρίς καμία βοήθεια».

Το φαινόμενο της «γονεοποίησης»

Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι έφηβοι φυγάδες διακρίνονται από υψηλό επίπεδο ωριμότητας. Πρόκειται για το φαινόμενο της «γονεοποίησης». Τι σημαίνει αυτό;

«Εκτός του ότι έχουν μάθει από μικρά να φροντίζουν τον εαυτό τους ενώ συχνά, κάνουν το ίδιο και για τον “αδύναμο γονέα”, αναλαμβάνοντας έτσι μεγάλο όγκο ευθυνών στην καθημερινότητά τους, τα παιδιά αυτά αρχίζουν και αισθάνονται πιο “ενήλικα” από την πραγματική τους ηλικία. Με τον τρόπο αυτό, ενισχύεται η άποψη ότι μπορούν να επιβιώσουν και μόνα τους στον κόσμο. Με τον καιρό, αυτή η ιδέα “θεριεύει” μέσα τους, μετατρέπεται σε κινητήριο δύναμη για να βρουν το θάρρος να κάνουν το επόμενο βήμα, να φύγουν από το σπίτι τους», θα πει η κ.Καππάτου.

Κακοποίηση: Ο χρόνος και η διάρκεια παίζουν τον καθοριστικό ρόλο

Η φυγή συνδέεται άμεσα με την κακοποίηση – λεκτική, σωματική, σεξουαλική, αλλά κυρίως ψυχολογική. «Η ψυχολογική κακοποίηση, η ακραία αυστηρότητα που “πνίγει” το παιδί, ειδικά στην εφηβεία, είναι εξίσου καθοριστική. Δεν έχει τόσο σημασία μόνο το είδος της κακοποίησης. Σημασία έχει η διάρκεια και από ποιον προέρχεται. Ένα παιδί δεν φεύγει, επειδή ο γονιός ήταν αυστηρός μία φορά αλλά όταν μόνιμα βιώνει αδιέξοδο, όταν δεν εισακούεται ποτέ, όταν δεν σέβεται κανείς τον ψυχισμό του», σημειώνει η ειδικός.

Εκτός από την κακοποίηση κάθε είδους και την αυταρχική ανατροφή, που δεν αφήνει χώρο στο παιδί να αναπτυχθεί, υπάρχει και η παραμέληση, όπου οι γονείς είναι συναισθηματικά απόντες.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η φυγή φαντάζει μονόδρομος: «Το παιδί δεν κάθεται να σκεφτεί τα επόμενα βήματα. Το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να φύγει, επειδή αυτός θεωρεί ότι είναι ο μόνος τρόπος να αποβάλει το φορτίο του. Και μετά, “κάτι θα βρει να κάνει” – συνήθως οι έφηβοι σκέφτονται να διαφύγουν στο εξωτερικό, να βρουν μία περιστασιακή, συχνά χειρωνακτική, εργασία ή να φιλοξενηθούν προσωρινά από γνωστούς. Κάποιοι, πέφτουν σε εξαιρετικά επικίνδυνες παγίδες και γίνονται θύματα εκμετάλλευσης. Σημαντικό ζήτημα, είναι επίσης, εκείνο της απομάκρυνσης και από το εκπαιδευτικό πλαίσιο, αφού σταματώντας το σχολείο μένουν πίσω μορφωτικά», λέει η κ. Καππάτου.

Υπάρχει επιστροφή;

Οι πρώτες 48 ώρες μετά την εξαφάνιση είναι κρίσιμες. Η άμεση δήλωση κινητοποιεί μηχανισμούς και σώζει ζωές. Αλλά και όταν το παιδί εντοπιστεί, η κατάσταση δεν είναι απλή.

Σύμφωνα με την ειδικό, το πλαίσιο ψυχολογικής υποστήριξης, που θα ακολουθήσει είναι σύνθετο. Στις περιπτώσεις που το παιδί έφυγε για πολύ λίγο, «συνήθως η πρώτη συνάντηση του ψυχολόγου είναι με τους γονείς, προκειμένου να εντοπιστεί το πρόβλημα, να διερευνήσουμε τους λόγους, που ένα παιδί οδηγήθηκε στη φυγή. Στη συνέχεια, βλέποντας και το παιδί, εξετάζουμε το αν το παιδί έχει βιώσει ένα ψυχικό τραύμα από τη στάση των γονέων – κατάθλιψη, σωματοποίηση άγχους, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή άλλα. Φυσικά, οι πρώτες οδηγίες προς τους γονείς, είναι να σταθούν δίπλα στο παιδί τους. Να προσπαθήσουν να είναι ανοικτοί στην επικοινωνία, να ρωτήσουν το παιδί τους τί το οδήγησε στην έξοδο. Να κάνουν μία νέα αρχή στην επικοινωνία τους φροντίζοντας να σέβονται αυτά που το παιδί αισθάνεται, να μάθουν να το ακούν καλύτερα. Οι γονείς είναι που πρέπει να κάνουν μία διαφοροποίηση, να αλλάξουν τη στάση τους καθώς έχουν προφανώς στρεβλή αντίληψη της οριοθέτησης. Για τους περισσότερους, όλο αυτό είναι δύσκολο επειδή ο τρόπος που λειτούργησε το παιδί τους, είναι ένα “χαστούκι” για τους ίδιους». Αλλάζουν οι γονείς; «Όταν δουλεύουμε συστηματικά και με το παιδί και με την οικογένεια, αλλάζουν», δηλώνει η κ. Καππάτου.

Εάν, όμως, το παιδί έχει φύγει για πολλές ημέρες, εφόσον εντοπιστεί, δεν μπορεί να έρθει αμέσως σε επαφή με τους γονείς, χωρίς να έχει γίνει προετοιμασία. «Ο έφηβος πρέπει πρώτα να καταθέσει σε ειδικούς ψυχολόγους στο αστυνομικό τμήμα. Δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει στο σπίτι αν δεν νιώσει το ίδιο ασφαλές. Διαφορετικά, κινδυνεύει να προβεί ακόμη και σε απονενοημένες πράξεις. Χρειάζεται να φιλοξενηθεί σε κάποια δομή και να λάβει ψυχολογική βοήθεια, αφού προηγουμένως διερευνηθεί αν υπάρχει κάποιο θέμα ψυχικού τραύματος. Ταυτόχρονα, βοήθεια θα πρέπει να λαμβάνουν και οι γονείς».

Σε σοβαρά κακοποιητικά περιβάλλοντα, η επιστροφή δεν είναι δυνατή. Όπως επισημαίνεται, « “κακοποιητικό” δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι πρέπει να σπάνε το παιδί στο ξύλο ή να το κακοποιούν σεξουαλικά αλλά και όταν ένα παιδί έχει βιώσει επί μακρόν μία κατάσταση, καθώς τότε χρειάζεται φροντίδα. Ένα παιδί πρέπει να αισθάνεται ασφάλεια και σταθερότητα στο σπίτι του. Στην αντίθετη περίπτωση, η θεραπεία του παιδιού ξεκινά με την πλήρη απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον. Πρέπει να ξέρει το ίδιο, ότι ο γονιός που το ‘τυραννά’, δεν θα μπορεί να το ‘ακουμπήσει’ με τον οποιονδήποτε τρόπο. Όσο για τη θεραπεία του παιδιού, εστιάζει στο να του προσφέρει τα απαραίτητα “εργαλεία” για να διαχειριστεί το τραύμα του, χωρίς να καταρρέει συναισθηματικά. Σε ακραίες περιπτώσεις, όταν δηλαδή η κατάσταση στο σπίτι είναι μη αναστρέψιμη, μπορεί να αφαιρεθεί η επιμέλεια από τους γονείς, να πάει το παιδί σε δομή ή σε ανάδοχη οικογένεια – σημειωτέο, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η γνώμη του παιδιού», τονίζει η ψυχολόγος.

Όπως διευκρινίζει η κ. Αλεξάνδρα Καππάτου, «δεν θέλουμε παιδιά χωρίς όρια. Θέλουμε παιδιά με όρια συμβατά με την ηλικία τους και σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό και την επικοινωνία. Οι γονείς θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί με τα παιδιά τους, να επικοινωνούν ουσιαστικά και ανοικτά, να έχουν μία καλή συνεργασία. Διαφορετικά, με την ακραία αυστηρότητα και τη διαρκή επιβολή ορίων και κανόνων, μεγαλώνουμε παιδιά ανασφαλή, που έχουν ανάγκη να ξεφύγουν, που λένε ψέματα και που κάποια στιγμή, ο θυμός τους μπορεί να μετατραπεί σε επανάσταση. Και τότε, η φυγή γίνεται λύση», καταλήγει.

Ειδήσεις σήμερα

Διαβήτης: Γιατί «χτυπά» διαφορετικά την καρδιά ανδρών και γυναικών – Νέα μελέτη εξηγεί

Αποσωληνώθηκε ο 20χρονος τραυματίας οπαδός του ΠΑΟΚ που παρέμεινε στη Ρουμανία

ΠΟΥ για τον θανατηφόρο ιό Nipah: Ο κίνδυνος να επεκταθεί πέραν της Ινδίας είναι χαμηλός