Μια ερώτηση που συχνά έρχεται στο προσκήνιο, έστω και ενδόμυχα, είναι η εξής: «Γιατί το παιδί έχει αγαπημένο γονιό;». Ειδικά αν αυτή η απορία προέρχεται από κάποιο μέλος του ζευγαριού, ενδέχεται να συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα, όπως ενοχή, ζήλια, δυσαρέσκεια ή ακόμα και φόβο. Ο ένας γονέας αισθάνεται ότι απορρίπτεται, ενώ ο άλλος πως υπερφορτώνεται.
Τα καλά νέα είναι ότι συνήθως δεν πρόκειται για ευνοιοκρατία ούτε για μεγαλύτερη ένδειξη αγάπης, όπως εξηγεί η παιδίατρος Kristen Cook στο Psychology Today. Έχει να κάνει με την προσκόλληση, η οποία δεν είναι απλώς «προτίμηση», αλλά κυρίως ζήτημα ασφάλειας και βιολογίας.
Η προσκόλληση ως εξελικτικός μηχανισμός επιβίωσης
Τα βρέφη είναι νευρολογικά «προγραμματισμένα» να προσκολλώνται στους φροντιστές τους, καθώς εξαρτώνται πλήρως από τους άλλους για την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας τους. Δηλαδή, η προσκόλληση είναι το «κλειδί» που εξασφαλίζει ότι θα καλυφθούν ανάγκες όπως το φαγητό, η ηρεμία, η αγκαλιά, η παρηγοριά και η ανταπόκριση στα σήματά του. Έτσι δημιουργείται ο «δεσμός»: μέσα από επαναλαμβανόμενες αλληλεπιδράσεις.
Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και το πώς γίνεται η φροντίδα, όχι μόνο το τι πραγματοποιείται. Η ζεστασιά, η συνέπεια και η συναισθηματική εναρμόνιση έχουν την ίδια σημασία με τις πρακτικές ανάγκες.
Κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους, τα μωρά κλαίνε, χαμογελούν κ.λπ. για να τραβήξουν την προσοχή οποιουδήποτε μπορεί να καλύψει τις ανάγκες τους. Όμως, περίπου στους 6 μήνες, αρχίζουν να κάνουν διάκριση μεταξύ των ατόμων που τα φροντίζουν – κι εκεί ξεκινά να διαμορφώνεται πιο καθαρά η προσκόλληση.
Ο μύθος του «αγαπημένου γονέα»
Η βασική φιγούρα προσκόλλησης, συνήθως, είναι το πρόσωπο στο οποίο τα βρέφη βασίζονται πιο σταθερά για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό είναι η μητέρα – ειδικά αν θηλάζει – χωρίς όμως να αποκλείεται να είναι ο πατέρας ή άλλος φροντιστής.
Καθώς μεγαλώνουν, γύρω στους 9-10 μήνες ζωής, αναπτύσσουν περισσότερες από μία φιγούρες προσκόλλησης, τις οποίες ιεραρχούν. Κάποιες τους φαίνονται πιο «ασφαλείς» από άλλες, ειδικά σε περιόδους που βιώνουν άγχος, κόπωση ή το αίσθημα του αποχωρισμού. Αυτός είναι ο λόγος που τα νήπια ενδέχεται να «κολλούν» πάνω στον έναν γονέα και να αντιδρούν έντονα όταν εκείνος φεύγει – ή να απορρίπτουν τον άλλο.
Παρόλο που μπορεί να νιώθετε ότι πρόκειται για προσωπικό ζήτημα, η ειδικός εξηγεί ότι δεν είναι. Είναι μια συμπεριφορά προσκόλλησης: μια βιολογικά ρυθμισμένη αντίδραση με στόχο την αποκατάσταση της ασφάλειας. Το παιδί δεν κρίνει την αγάπη ή την αξία του άλλου γονέα.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάσταση δεν είναι ψυχοφθόρα. Ο ένας σύντροφος μπορεί να αισθάνεται «αόρατος» και ο άλλος υπερφορτωμένος και εξαντλημένος. Η παιδίατρος τονίζει ότι πρόκειται για απόλυτα ανθρώπινες αντιδράσεις – όχι προσωπικές αποτυχίες. Το ενθαρρυντικό είναι ότι πρόκειται για μια φάση που θα περάσει: οι πρώιμες σχέσεις παιδιών και γονέων/φροντιστών αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου.
Τι μετράει πραγματικά – Η ασφαλής προσκόλληση
Όταν οι γονείς ή οι φροντιστές είναι σταθερά θερμοί, ανταποκρινόμενοι και αξιόπιστοι, τότε τα παιδιά νιώθουν ασφαλή να εξερευνήσουν τον κόσμο. Αυτό είναι η ασφαλής προσκόλληση. Πώς μπορεί να υποστηριχτεί αυτή η σχέση:
- Έγκαιρη ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού, με συναισθηματική ευαισθησία.
- Συνέπεια, ζεστασιά και συμπόνια.
- Ενθάρρυνση για εξερεύνηση.
- Εκτίμηση του παιδιού για αυτό που είναι, όχι μόνο για αυτό που κάνει.
Τα παραπάνω βήματα δεν απαιτούν τελειότητα. Ακόμη κι αν ένας γονιός παρερμηνεύσει ένα κλάμα, για παράδειγμα, ή ζητήσει από το παιδί να περιμένει λίγο πριν ανταποκριθεί, αυτό δεν αναιρεί την προσκόλληση. Η συνέπεια μετράει πολύ περισσότερο από την «άψογη εκτέλεση».
Μήπως, όμως, «κακομαθαίνει» το παιδί; Η ειδικός απαντά σε αυτόν τον φόβο πως όχι, στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Η γρήγορη ανταπόκριση δεν δημιουργεί εξάρτηση, αλλά χτίζει την αυτοπεποίθηση του παιδιού ότι οι ανάγκες του δεν θα μείνουν ανικανοποίητες. Έτσι, νιώθει αρκετά ασφαλές για να απομακρύνεται, να εξερευνά και να χτίζει σχέσεις.
Συμπέρασμα
Αν το νήπιό σας «κολλάει», αν το μωρό κλαίει όταν φεύγετε ή αν το παιδί επιμένει να είστε δίπλα του, πάρτε μια ανάσα. Αυτό δεν είναι ευνοιοκρατία. Είναι σύνδεση: ένα προστατευτικό σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να το βοηθά να αναπτυχθεί. Ως γονείς, δείχνοντας ζεστασιά, συνέπεια και συναισθηματική παρουσία, του δίνετε κάτι πολύ πιο πολύτιμο από την ανεξαρτησία που φαίνεται να ζητά: μια ασφαλή βάση και, τελικά, την αυτοπεποίθηση να «ανοίξει τα φτερά του», καταλήγει η ειδικός.
Διαβάστε επίσης
7 σημάδια που μαρτυρούν ότι το παιδί είναι κακομαθημένο – Τι να κάνετε
Γονείς: 6 σημάδια ότι το παιδί μεγαλώνει σε ένα ευτυχισμένο σπίτι
H μαγική φράση που μπορεί να ηρεμήσει ένα θυμωμένο παιδί ή έναν οργισμένο έφηβο