Στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της ευρωπαϊκής επιτήρησης, το 1996, έφτασαν το 2024 τα δηλωμένα περιστατικά διεισδυτικής νόσου από το βακτήριο Haemophilus influenzae, γνωστό ως αιμόφιλος της ινφλουέντζας.
Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), καταγράφηκαν 5.856 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις σε 30 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΕ/ΕΟΧ), έναντι 5.520 το 2023 και 4.002 το 2022.
Οι μεγαλύτερες αναλογίες κρουσμάτων ως προς τον πληθυσμό καταγράφηκαν στα βρέφη κάτω του ενός έτους και στους ανθρώπους ηλικίας 65 ετών και άνω. Στην Ελλάδα, αντίθετα με τη συνολική ευρωπαϊκή τάση, οι δηλώσεις μειώθηκαν από 17 σε επτά.

Παρά την ονομασία του, ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας είναι βακτήριο και διαφέρει από τον ιό της γρίπης. Μεταδίδεται μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων ή εκκρίσεων και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως μηνιγγίτιδα, σηψαιμία, πνευμονία και επιγλωττίτιδα.
Η επιτήρηση του ECDC αφορά τη διεισδυτική νόσο, κατά την οποία το βακτήριο προσβάλλει σημεία του οργανισμού όπου φυσιολογικά δεν υπάρχουν μικρόβια, όπως το αίμα ή το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Συνεπώς, οι αριθμοί δεν περιλαμβάνουν το σύνολο των λοιμώξεων που προξενεί ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός.
Πληροφορίες για την κλινική εικόνα υπήρχαν σε 4.283 περιστατικά, δηλαδή στο 73%. Μεταξύ αυτών, η πνευμονία ήταν η συχνότερη εκδήλωση, με ποσοστό 36%, ακολουθούμενη από τη σηψαιμία με 21% και τη μηνιγγίτιδα με 11%.
Σημειώνεται ότι (και) ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) περιλαμβάνει τον αιμόφιλο της ινφλουέντζας τύπου b στα βακτήρια που προκαλούν μηνιγγίτιδα και αναφέρει ότι υπάρχει αποτελεσματικό εμβόλιο έναντι αυτού.
Μεγαλύτερη επιβάρυνση στα δύο άκρα
Στα βρέφη κάτω του ενός έτους δηλώθηκαν 6,8 περιστατικά ανά 100.000 – η υψηλότερη αναλογία μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Ακολούθησαν οι άνθρωποι 65 ετών και άνω (3,6), έναντι 1,3 στον συνολικό πληθυσμό.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι ηλικιωμένοι αντιπροσώπευαν το 58,8% των καταγεγραμμένων περιπτώσεων, δηλαδή σχεδόν έξι στις δέκα.
Επίσης, το Κέντρο περιγράφει την επάνοδο του συνήθους εποχικού μοτίβου, με περισσότερα κρούσματα τους χειμερινούς μήνες και υποχώρηση το καλοκαίρι. Το ECDC συνδέει χρονικά την αύξηση των τελευταίων ετών με τη μεταπανδημική επιστροφή στα συνήθη πρότυπα μετάδοσης των αναπνευστικών λοιμώξεων. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η καλύτερη ανίχνευση, η πρόσβαση στις εξετάσεις και οι δημογραφικές μεταβολές μπορεί να επηρεάζουν – εξίσου – την αναφερόμενη εικόνα.

Η Ελλάδα και οι διαφορές μεταξύ χωρών
Στη χώρα μας δηλώθηκαν επτά επιβεβαιωμένα περιστατικά το 2024, έναντι 17 το 2023 και εννέα το 2022. Η αναλογία για το 2024 διαμορφώθηκε σε περίπου 0,1 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους.
Τα περισσότερα κρούσματα σε απόλυτους αριθμούς καταγράφηκαν στη Γερμανία (1.699), στη Γαλλία (1.038) και στην Ισπανία (785). Οι τρεις χώρες συγκέντρωσαν συνολικά το 60% των δηλωμένων εκδηλώσεων. Στον αντίποδα, το Λιχτενστάιν δεν ανέφερε κανένα, ενώ η Μάλτα δήλωσε ένα.
Όταν λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού, την υψηλότερη αναλογία είχε η Σουηδία, με 2,4 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους, ακολουθούμενη από τη Δανία με 2,2 και τη Γερμανία με 2,0.

Ποια στελέχη επικρατούν και τι καλύπτει το εμβόλιο
Η εργαστηριακή ταυτοποίηση αναδεικνύει μια ακόμη διάκριση: το εμβόλιο Hib προστατεύει από τον αιμόφιλο της ινφλουέντζας τύπου b, όχι από όλα τα στελέχη του βακτηρίου.
Στοιχεία υπήρχαν για 3.227 περιστατικά, περίπου το 55% του συνόλου. Από αυτά, το 82% αφορούσε στελέχη χωρίς έλυτρο, δηλαδή χωρίς το εξωτερικό περίβλημα που διαθέτουν ορισμένοι τύποι: ο ορότυπος b (Hib) αντιστοιχούσε στο 6% των περιστατικών με γνωστό ορότυπο (191 περιστατικά).
Σύμφωνα με το ECDC, η χαμηλή αναλογία του Hib αντανακλά τη μακροχρόνια συμβολή των εμβολιαστικών προγραμμάτων στον περιορισμό της νόσου από αυτόν τον τύπο, ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά.
Το 2024, η διάμεση κάλυψη με την τρίτη δόση εμβολίου που περιέχει Hib ήταν 94% στις χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ, με τις εθνικές εκτιμήσεις να κυμαίνονται από 79% έως 99%. Το Κέντρο υπογραμμίζει ότι η υψηλή εμβολιαστική κάλυψη πρέπει να διατηρηθεί για να αποτραπεί η αναζωπύρωση της λοίμωξης από τον τύπο b.

Τι χρειάζεται να βελτιωθεί στην καταγραφή
Η έκθεση αναγνωρίζει και ορισμένα κενά στις διαθέσιμες πληροφορίες. Δεδομένα τυποποίησης έλειπαν από περίπου το 45% των περιστατικών, ενώ η εμβολιαστική κατάσταση ήταν γνωστή μόλις στο 28%. Η έκβαση της νόσου είχε δηλωθεί στο 55%.
Οι ελλείψεις αυτές δυσκολεύουν την παρακολούθηση των στελεχών που κυκλοφορούν και την αξιολόγηση της επιβάρυνσης των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων.
Το ECDC δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση της εργαστηριακής επιτήρησης και στην πληρέστερη δήλωση των περιστατικών, παράλληλα με τη διατήρηση του εμβολιασμού έναντι του Hib.
Διαβάστε επίσης
Νέο 21δύναμο εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο – Προσφέρει έως 45% μεγαλύτερη προστασία
Βακτηριακή λοίμωξη: Πότε είναι απειλητική για τη ζωή – Οι λοιμωξιολόγοι εξηγούν