Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα σύγχρονου απεικονιστικού εξοπλισμού στον κόσμο. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα σε κρίσιμα ερωτήματα: Πόσοι από τους τομογράφους λειτουργούν με τη μέγιστη απόδοσή τους; Πόσο αξιοποιούνται; Πού υπάρχουν ελλείψεις; Και πόσο κοστίζει η συντήρησή τους;
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα που αναδεικνύεται στο κεφάλαιο για την τεχνολογία και τις διαγνωστικές υποδομές της νέας έκθεσης «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs: Greece», που υπογράφουν για το Partnership for Health System Sustainability and Resilience (PHSSR) ο κ. Κώστας Αθανασάκης, ο κ. Γιάννης Αγοραστός και η κυρία Παναγιώτα Ναούμ από το Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας του Τμήματος Πολιτικών Δημόσιας Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και ο κ. Ηλίας Κυριόπουλος από το London School of Economics and Political Science.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 2021 η Ελλάδα κατατάχθηκε 5η μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη συνολική διαθεσιμότητα αξονικών τομογράφων (CT), μαγνητικών τομογράφων (MRI) και PET τομογράφων, πίσω από την Ιαπωνία, την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νότια Κορέα.
Πολλοί τομογράφοι, αλλά χωρίς πλήρη εικόνα
Παρά την υψηλή διαθεσιμότητα του εξοπλισμού, οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία για την κατάσταση και τη λειτουργική ετοιμότητα των μηχανημάτων, ιδιαίτερα εκείνων που βρίσκονται στα δημόσια νοσοκομεία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), το 2023 ήταν εγκατεστημένοι συνολικά 398 μαγνητικοί τομογράφοι σε ολόκληρη την Ελλάδα ενώ από στοιχεία της Eurostat για το ίδιο έτος προκύπτει η πρωτιά της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά την υψηλότερη αναλογία αξονικών τομογράφων (CT scanners): 5,1 αξονικοί τομογράφοι ανά 100.000 κατοίκους, δηλαδή περίπου 51 μηχανήματα ανά εκατομμύριο πληθυσμού και πάνω από 500 στο σύνολο.
Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Υγείας έχει ξεκινήσει την ανάπτυξη εθνικού μητρώου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, το οποίο θα καταγράψει τον διαθέσιμο εξοπλισμό, τα τεχνικά χαρακτηριστικά του, τους δείκτες αξιοποίησης αλλά και το κόστος συντήρησης των συστημάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, τα αποτελέσματα της πρωτοβουλίας αναμένονταν έως το τέλος του 2025, χωρίς ωστόσο να υπάρχει περαιτέρω ενημέρωση.

Τα κενά στα δεδομένα
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η υψηλή πυκνότητα τομογράφων δεν αρκεί από μόνη της για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος.
Όπως αναφέρουν, δεν καταγράφονται συστηματικά κρίσιμοι δείκτες, όπως:
- οι χρόνοι αναμονής για διαγνωστικές εξετάσεις,
- οι δείκτες αξιοποίησης του εξοπλισμού,
- η γεωγραφική κατανομή των μηχανημάτων,
- οι πιθανές περιφερειακές ανισότητες στην πρόσβαση των ασθενών.
Η απουσία αυτών των πληροφοριών, σημειώνεται στην έκθεση, μπορεί να αποκρύπτει τόσο προβλήματα πρόσβασης όσο και φαινόμενα υπο-αξιοποίησης πολύτιμου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού.
Aιμοδυναμικά εργαστήρια
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα αιμοδυναμικά εργαστήρια. Το 2022 η Ελλάδα διέθετε 5,5 αιμοδυναμικά εργαστήρια ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους, επίδοση που την κατατάσσει τρίτη στην Ευρώπη και σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 3,1 εργαστηρίων ανά εκατομμύριο κατοίκων.
Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση, οι συντάκτες επισημαίνουν ότι υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για το κατά πόσο οι υποδομές αυτές αξιοποιούνται με τον βέλτιστο τρόπο και αν λειτουργούν με τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα.
Η τεχνολογία χρειάζεται και αξιολόγηση
Στην έκθεση επισημαίνεται, επίσης, ότι σε αντίθεση με τα φάρμακα, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένο σύστημα Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (HTA) για ιατροτεχνολογικά προϊόντα, διαγνωστικές τεχνολογίες και ψηφιακές εφαρμογές. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μεταρρύθμιση, ώστε το πλαίσιο να επεκταθεί και στις ιατρικές συσκευές, ευθυγραμμίζοντας τη χώρα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ο αριθμός
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η επένδυση στον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από τον αριθμό των μηχανημάτων. Εξίσου σημαντικά είναι η λειτουργική τους κατάσταση, η συντήρησή τους, η ισότιμη γεωγραφική κατανομή, η αξιοποίησή τους και η δυνατότητα του συστήματος να παρακολουθεί αυτούς τους δείκτες με αξιόπιστα δεδομένα. Μόνο έτσι, καταλήγουν οι συντάκτες, μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι επενδύσεις μεταφράζονται σε καλύτερη και ταχύτερη φροντίδα για τους ασθενείς.
Διαβάστε επίσης
Μεταμοσχεύσεις… χωρίς σύνορα: 35 ελληνικά μοσχεύματα έσωσαν τη ζωή ασθενών στο εξωτερικό
Ακτινολόγοι: Ενστάσεις για τις τεχνικές προδιαγραφές που αφορούν ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό
Ξεκινά νέο σύστημα παραπομπών σε ειδικούς γιατρούς – Τι ισχύει στις χώρες του ΟΟΣΑ