Η λεγεωνέλλα αποτελεί διαχρονική πρόκληση για τη Δημόσια Υγεία κατά τους θερινούς και πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, καθώς οι υψηλότερες θερμοκρασίες και η επαναλειτουργία εποχικών εγκαταστάσεων ευνοούν την ανάπτυξη του βακτηρίου στα δίκτυα ύδρευσης, ιδίως σε τουριστικά καταλύματα. Η αποτελεσματική προστασία της Δημόσιας Υγείας, όμως, ξεκινά πολύ πριν από την εμφάνιση ενός κρούσματος: με συστηματικούς περιβαλλοντικούς ελέγχους, εργαστηριακή επιτήρηση και έγκαιρη επιδημιολογική διερεύνηση.

Μέσω του εθνικού και του ευρωπαϊκού δικτύου επιτήρησης, καθώς και του Δικτύου ΚΕΔΥ/ΠΕΔΥ και των Συνεργαζόμενων Εργαστηρίων, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) παρακολουθεί διαρκώς την πορεία της νόσου και υποστηρίζει τις υγειονομικές αρχές με χιλιάδες εργαστηριακές αναλύσεις κάθε χρόνο. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 8.200 μικροβιολογικές αναλύσεις δειγμάτων νερού, ενώ η επίπτωση της νόσου στην Ελλάδα παρέμεινε χαμηλή και δεν καταγράφηκε καμία επιδημία.

Η Λεγεωνέλλα αποτελεί βακτήριο ευρέως διαδεδομένο στην φύση, κυρίως σε υδάτινα περιβάλλοντα ενώ έχει εντοπιστεί και απομονωθεί εργαστηριακά από δείγματα εδάφους, κυρίως όταν πρόκειται για το είδος Legionella longbeachae.

Αποικίζει εύκολα όλα τα συστήματα ύδρευσης, κυρίως το δίκτυο παροχής θερμού και κρύου νερού, τα ντεπόζιτα, τις δεξαμενές και τις σωληνώσεις με ελάχιστη ή καθόλου ροή νερού, όπου ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό του αποτελούν οι θερμοκρασίες νερού 25-42°C.

Η Λεγεωνέλλωση είναι οξεία βακτηριακή λοίμωξη του αναπνευστικού που προκαλείται από βακτήρια του γένους Legionella, και εκδηλώνεται κυρίως με πνευμονία, αποτελώντας ένα σοβαρό πρόβλημα Δημόσιας Υγείας με θνητότητα 5-30%.

Η νόσος μεταδίδεται αερογενώς με εισπνοή του βακτηρίου, όταν νερό που είναι μολυσμένο διασκορπίζεται στον αέρα υπό μορφή σταγονιδίων (αεροζόλ, ντους).

Σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο ΕΟΔΥ δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο χρόνος επώασης της νόσου είναι 2-10 ημέρες (συνήθως 5-6 ημέρες). Στις ομάδες υψηλού κινδύνου υπάγονται οι άνω των 50 ετών, οι καπνιστές και οι άνθρωποι με χρόνια νοσήματα ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Εμφανίζει εποχικότητα με τα κρούσματα της νόσου να εμφανίζονται συχνότερα τους καλοκαιρινούς και πρώτους φθινοπωρινούς μήνες καθώς η έντονη τουριστική δραστηριότητα, η αύξηση της θερμοκρασίας και η επαναλειτουργία εποχικών καταλυμάτων μετά την παρατεταμένη αχρησία των δικτύων ύδρευσης τον χειμώνα, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της.

Η πρόληψη της νόσου βασίζεται κυρίως στη σωστή συντήρηση και απολύμανση των εγκαταστάσεων ύδρευσης και κλιματισμού, στους τακτικούς ελέγχους και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων από εκπαιδευμένο προσωπικό σε τουριστικά καταλύματα, νοσοκομεία, μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας υγείας και όπου αλλού χρειάζεται, έτσι ώστε να αποφευχθούν αρνητικές συνέπειες για τη Δημόσια Υγεία αλλά και τον τουρισμό στην χώρα μας.

Ο ΕΟΔΥ ενημερώνεται για τα κρούσματα της Νόσου των Λεγεωναρίων μέσω δύο συστημάτων επιτήρησης:

-του Σύστηματος Υποχρεωτικής Δήλωσης Νοσημάτων (Σ.Υ.Δ.Ν) για τα κρούσματα της νόσου που διαγιγνώσκονται στα νοσοκομεία της χώρας και,

-του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επιτήρησης της Νόσου των Λεγεωνάριων (ELDSNet) για κρούσματα της νόσου σε πολίτες άλλων χωρών που ταξίδεψαν στην Ελλάδα και πιθανολογείται ότι εκτέθηκαν στη Λεγεωνέλλα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη χώρα μας.

Το 2025 δηλώθηκαν συνολικά 180 κρούσματα Νόσου των Λεγεωναρίων, 100 μέσω του Σ.Υ.Δ.Ν. και 80 μέσω του ELDSNet. Η Νόσος φαίνεται να είναι συχνότερη σε άνδρες και σε ηλικίες μεγαλύτερες των 65 ετών. Η πλειονότητα των κρουσμάτων παρατηρήθηκε κατά το μήνα Σεπτέμβριο.

Κατά το έτος 2025 η επίπτωση της Νόσου των Λεγεωναρίων στην Ελλάδα παρέμεινε χαμηλή (0,8 κρούσματα / 100.000 κατοίκους) και δεν καταγράφηκε καμία επιδημία.

Η κυρία Άννα Ψαρουλάκη, Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Περιφερειακού Εργαστηρίου Δημόσιας Υγείας (ΠΕΔΥ) Κρήτης, παρουσιάζει τον καθοριστικό ρόλο της επιδημιολογικής και εργαστηριακής επιτήρησης, καθώς και των σύγχρονων γονιδιωματικών τεχνολογιών, στη διερεύνηση κρουσμάτων και στον εντοπισμό των πηγών μόλυνσης.

Το 2025, στο ΠΕΔΥ Κρήτης συνολικά, πραγματοποιήθηκαν 887 μικροβιολογικοί έλεγχοι για Legionella spp. σε δείγματα νερού. Εξ αυτών, 701 αφορούσαν τουριστικά καταλύματα, στο πλαίσιο διερεύνησης περιστατικών νόσου των λεγεωνάριων (ΝΛ) σε ταξιδιώτες στην Κρήτη, τα οποία αναφέρθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιτήρησης Νόσου των Λεγεωνάριων (ELDSNet). Τα υπόλοιπα 186 δείγματα προέρχονταν από υγειονομικούς ελέγχους της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας Κρήτης (κέντρα υγείας, γηροκομεία, πλοία, κολυμβητήρια).

Η μικροβιολογική ανάλυση για Legionella πραγματοποιήθηκε από το Περιφερειακό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας Κρήτης χρησιμοποιώντας μεθόδους καλλιέργειας σύμφωνα με το πρότυπο ISO 11731:2017. Τα δείγματα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σύμφωνα με τις τυπικές εργαστηριακές διαδικασίες για την ανάλυση καλλιέργειας Legionella. Οι συγκεντρώσεις εκφράστηκαν σε cfu/L, με όριο ανίχνευσης/αναφοράς 50 cfu/L. 32,25% των δειγμάτων είχαν συγκεντρώσεις L. pneumophila πάνω από το όριο ανίχνευσης/αναφοράς ≥ 50 cfu/L.

Γονιδιωματική ανάλυση

Στο ΠΕΔΥ Κρήτης έχουν αναπτυχθεί μοριακές μέθοδοι ανάλυσης, με σκοπό την επιδημιολογική επιτήρηση και τη διερεύνηση πιθανών επιδημιών. Όποτε κρίνεται αναγκαίο εφαρμόζεται γονιδιωματική ανάλυση επιλεγμένων απομονωθέντων στελεχών Legionella pneumophila με τη μέθοδο Whole Genome Sequencing (WGS). Η αλληλούχιση των γονιδιωμάτων πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου με τον εξοπλισμό του εργαστηρίου, χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα Illumina NextSeq 2000. Μετά την ολοκλήρωση της αλληλούχισης, πραγματοποιούνται βιοπληροφορικές αναλύσεις. Μέσω της γονιδιακής ανάλυσης προσδιορίζεται ο αλληλικός τύπος (Sequence Type, ST) των στελεχών καθιστώντας δυνατή τη σύγκριση περιβαλλοντικών απομονώσεων με απομονώσεις από κλινικά περιστατικά νόσου των Λεγεωναρίων.

Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε η αξιοποίηση της τεχνολογίας WGS για την επιδημιολογική διερεύνηση συνδεόμενου περιστατικού λεγεωνέλλωσης. Η εφαρμογή της οδήγησε στην επιτυχή ταυτοποίηση της περιβαλλοντικής πηγής του κρούσματος, επιβεβαιώνοντας τη συσχέτιση μεταξύ του κλινικού στελέχους και των 13 στελεχών που απομονώθηκαν από την ύποπτη εστία μόλυνσης. Τα αποτελέσματα αυτά αποτέλεσαν σημαντικό εργαλείο για την επιδημιολογική διερεύνηση, συνέβαλαν στην τεκμηρίωση της πηγής και υποστήριξαν τις αρμόδιες αρχές στη λήψη στοχευμένων μέτρων ελέγχου και πρόληψης για τον περιορισμό της διασποράς της νόσου.

Διαβάστε επίσης

Ζέστη: Το απλό κόλπο που μετατρέπει τον ανεμιστήρα σε κλιματιστικό στο λεπτό

Καύσωνας: Αν ανήκετε σε αυτούς που αρνούνται να ανοίξουν τον κλιματισμό του αυτοκινήτου, διαβάστε αυτό

Καύσωνας: Oδηγός επιβίωσης σε σπίτια χωρίς κλιματισμό, τι προτείνουν οι ειδικοί