Μια απλή εξέταση αίματος θα μπορούσε κάποια μέρα να μειώσει την ανάγκη για επεμβατικές βιοψίες σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση πνεύμονα, σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Transplantation.

Οι λήπτες μεταμόσχευσης πνεύμονα αντιμετωπίζουν έναν από τους υψηλότερους κινδύνους οξείας κυτταρικής απόρριψης (ACR) μεταξύ των ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων. Για την παρακολούθηση της απόρριψης, συνήθως υποβάλλονται σε επαναλαμβανόμενες χειρουργικές βιοψίες – διαδικασίες που, αν και σημαντικές, ενέχουν κινδύνους, όπως αιμορραγία ή διαρροή αέρα στην θωρακική κοιλότητα.

Οι ερευνητές αναφέρουν τώρα ότι έχουν εντοπίσει έναν πολλά υποσχόμενο βιοδείκτη στο αίμα που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανίχνευση πρώιμων σημείων απόρριψης, με μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερο επεμβατικό τρόπο.

Η μελέτη επικεντρώνεται στα μικρά εξωκυτταρικά κυστίδια (sEVs), που απελευθερώνονται από τα κύτταρα και μεταφέρουν βιολογικά σήματα και βοηθούν τα κύτταρα να επικοινωνούν μεταξύ τους. Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι τα sEVs που απελευθερώνονται από τα Τ κύτταρα -ανοσοκύτταρα με καθοριστικό ρόλο στην απόρριψη μοσχεύματος– ενδέχεται να παρέχουν μια αξιόπιστη ένδειξη πρώιμης απορριπτικής δραστηριότητας.

«Ενδέχεται να βρισκόμαστε σε καλό δρόμο για την ανάπτυξη μιας νέας εξέτασης αίματος, που θα μπορεί να αντικαταστήσει ή να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη για βιοψίες για την παρακολούθηση της μεταμόσχευσης πνεύμονα», δήλωσε ο Prashanth Vallabhajosyula, MD, καθηγητής χειρουργικής και συν-επικεφαλής ερευνητής της μελέτης.

Η προσέγγιση βασίζεται σε προηγούμενη εργασία της ομάδας του δρ. Vallabhajosyula, η οποία πέρυσι ανέπτυξε μια εξέταση αίματος χρησιμοποιώντας sEVs που προέρχονται από Τ-κύτταρα για την ανίχνευση οξείας κυτταρικής απόρριψης μετά από μεταμόσχευση καρδιάς. Επειδή ορισμένες ανοσολογικές διεργασίες που εμπλέκονται στην απόρριψη φαίνεται να είναι παρόμοιες σε διάφορα μεταμοσχευμένα όργανα, οι ερευνητές διερεύνησαν αν η ίδια εξέταση θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη μεταμόσχευση πνευμόνων.

Η πλατφόρμα δοκιμάστηκε αρχικά σε μοντέλα ποντικών με μεταμόσχευση πνευμόνων. Επτά ημέρες μετά τη μεταμόσχευση, οι ερευνητές συνέκριναν τα sEV των ζώων που παρουσίασαν απόρριψη με εκείνων που δεν εμφάνισαν. Διαπίστωσαν ότι οι διαφορές στα προφίλ των κυστιδίων εξηγούσαν την απόρριψη στους μεταμοσχευμένους πνεύμονες.

Στη συνέχεια, η ομάδα δοκίμασε τη μέθοδο σε 20 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε αμφίπλευρη μεταμόσχευση πνευμόνων, αναλύοντας δείγματα αίματος που ελήφθησαν 1, 3 και 30 ημέρες μετά την επέμβαση. Οι ασθενείς που ανέπτυξαν απόρριψη παρουσίασαν μεταβολές στα sEV παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στα ζωικά μοντέλα. «Τα σήματα ήταν δραματικά διαφορετικά μεταξύ των δύο αυτών ομάδων», δήλωσε ο δρ. Vallabhajosyula.

Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η μεταμόσχευση πνευμόνων έχει από τα χειρότερα αποτελέσματα μεταξύ όλων των μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων. Ενώ περίπου οι μισοί από τους λήπτες μεταμόσχευσης καρδιάς ζουν περισσότερο από 10 χρόνια, περίπου το 60% των ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση πνευμόνων επιβιώνουν μόλις 5 χρόνια. Ένας σημαντικός λόγος είναι η χρόνια απόρριψη οργάνου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ουλές στους πνεύμονες και για την οποία δεν υπάρχει επί του παρόντος αποτελεσματική ιατρική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι τα επεισόδια οξείας κυτταρικής απόρριψης αυξάνουν τον κίνδυνο χρόνιας απόρριψης, καθιστώντας την έγκαιρη ανίχνευση και θεραπεία βασική προτεραιότητα.

«Υπάρχει ανάγκη για καλύτερη διάγνωση στους ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση, η οποία θα μας επιτρέπει να παρεμβαίνουμε νωρίτερα, όταν η βλάβη στο όργανο είναι μικρότερη», δήλωσε ο Daniel Kreisel, MD, PhD, χειρουργικός διευθυντής του τμήματος μεταμόσχευσης πνευμόνων στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον και συν-κύριος ερευνητής της μελέτης.

Οι ερευνητές σχεδιάζουν να δοκιμάσουν την τεχνολογία σε ευρύτερη ομάδα ασθενών, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στόχος είναι να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της αιματολογικής εξέτασης σε σύγκριση με τη βιοψία, η οποία παραμένει ο τρέχων «χρυσός κανόνας» για την παρακολούθηση της απόρριψης μεταμοσχευμένου πνεύμονα.

Εάν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, η εξέταση θα μπορούσε να προσφέρει έναν ασφαλέστερο και ευκολότερο τρόπο παρακολούθησης των ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση πνεύμονα – βοηθώντας τους γιατρούς να εντοπίζουν νωρίτερα την απόρριψη και μειώνοντας, παράλληλα, την επιβάρυνση που προκύπτει από τις επαναλαμβανόμενες επεμβατικές διαδικασίες.

Διαβάστε επίσης

33χρονος άντεξε 48 ώρες χωρίς πνεύμονες μέχρι τη μεταμόσχευση – Η καινοτομία που τον έσωσε

Γεγονός η πρώτη μεταμόσχευση στην Ελλάδα μετά από χρήση εξωσωματικής μηχανής συντήρησης του μοσχεύματος

Μεταμόσχευση προσώπου με δότρια γυναίκα που υποβλήθηκε σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία στην Ισπανία