Η θητεία υπαίθρου, το γνωστό «αγροτικό», αποτέλεσε για δεκαετίες μια από τις πιο χαρακτηριστικές –και συχνά πιο μοναχικές– διαδρομές των νέων γιατρών στην Ελλάδα. Από τα παλιά «αγροτικά ιατρεία» των δεκαετιών του 1960 και του 1970, όταν ένας μόνο αγροτικός γιατρός κάλυπτε ολόκληρα χωριά χωρίς υποδομές, μέχρι τα σημερινά Κέντρα Υγείας που (στοχεύουν να) λειτουργούν ως βάση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), ο θεσμός άλλαξε μορφή, όχι όμως και τον βασικό του πυρήνα: την πρώτη ουσιαστική επαφή ενός νέου επιστήμονα με την πραγματικότητα του ΕΣΥ και της ελληνικής περιφέρειας.
Σήμερα, εκατοντάδες νέοι γιατροί καλούνται κάθε χρόνο να υπηρετήσουν για 12 μήνες σε νησιά, ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές, συχνά σε συνθήκες υποστελέχωσης και αυξημένων αναγκών. Για αρκετούς, η εμπειρία αυτή ισορροπεί ανάμεσα στην πολύτιμη εκπαίδευση και την επαγγελματική εξουθένωση. Από τη μία πλευρά, το αγροτικό δίνει στους νέους γιατρούς αυτονομία, επαφή με τον ασθενή και εμπειρία που δύσκολα αποκτάται σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Από την άλλη, δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου νέοι επιστήμονες καλούνται να διαχειριστούν επείγοντα περιστατικά χωρίς επαρκή στήριξη, να καλύψουν κενά του συστήματος ή να λειτουργήσουν περισσότερο ως «ανάχωμα» στην έλλειψη προσωπικού παρά ως εκπαιδευόμενοι γιατροί.

Ο αγροτικός γιατρός, κ. Χρήστος Μπεσίρης
Η διαδρομή του 26χρονου Χρήστου Μπεσίρη, αγροτικού γιατρού στο Κέντρο Υγείας Αρεόπολης, φωτίζει και τις δύο όψεις αυτής της πραγματικότητας. Μιλώντας στο ygeiamou.gr περιγράφει τη θητεία του όχι ως μια υποχρεωτική στάση πριν από την ειδικότητα, αλλά ως μια εμπειρία που τον έφερε πιο κοντά στην ουσία της ιατρικής και της κοινότητας. Στην Αρεόπολη της Λακωνικής Μάνης βρέθηκε αμέσως μετά το νοσοκομείο «Αττικόν» όπου ολοκλήρωσε εξάμηνο πρόγραμμα προκαταρκτικής κλινικής άσκησης, μία περίοδος που όπως λέει «ήταν μια πολύ δυνατή προετοιμασία για το αγροτικό».
Δηλώνει τυχερός για το Κέντρο Υγείας (ΚΥ) στο οποίο ολοκλήρωσε τη θητεία υπαίθρου. Πλέον προσφέρει τις υπηρεσίες του με παράταση, κατόπιν σχετικής έγκρισης της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας. «Έχει μεγάλη σημασία ο τόπος όπου θα βρεθεί ο αγροτικός γιατρός και φυσικά η δομή υγείας. Σε κάποια μέρη όπως στην Αρεόπολη, ο γιατρός γίνεται κομμάτι της τοπικής κοινωνίας κι αυτό μπορεί να λειτουργήσει πολύ θετικά. Στα νοσοκομεία, για παράδειγμα, όπου μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε τη θητεία υπαίθρου, οι συνθήκες διαμορφώνονται διαφορετικά και στις αρμοδιότητες αλλά και στην επικοινωνία με τους πολίτες» λέει στο ygeiamou.gr ο 26χρονος γιατρός από την Κέρκυρα.
Η βάση του, όπως και των άλλων αγροτικών γιατρών του ΚΥ είναι η Αρεόπολη, ωστόσο καλύπτουν τις ανάγκες της ευρύτερης περιοχής της Λακωνικής Μάνης. Έτσι, βρίσκεται μία φορά την εβδομάδα στα Περιφερειακά ιατρεία της περιοχής, πχ στο Οίτυλο, τον Γερολιμένα, τον Πύργο κλπ, για να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων για εξέταση ή και συνταγογράφηση φαρμάκων. Τις υπόλοιπες ημέρες η θέση του είναι στο Κέντρο Υγείας Αρεόπολης, από τις 8 το πρωί ως τις 3 το μεσημέρι, εκτός εάν έχει εφημερία.

Με συναδέλφους του στο Κέντρο Υγείας Αρεόπολης
«Εφημερεύω 7 φορές τον μήνα, το καλοκαίρι με τις άδειες και τις αλλαγές του προγράμματος μπορεί να είναι 8 με 9 φορές τον μήνα. Στην εφημερία είμαστε δύο γιατροί και νοσηλεύτρια, ενώ μας υποστηρίζει με την παρουσία του και ο διευθυντής (σσ πρόκειται για τον κ. Ανάργυρο Μαριόλη, διακεκριμένο Γενικό Γιατρό, που έχει βραβευθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το έργο του στην ΠΦΥ). Σίγουρα η εφημερία στο ΚΥ είναι πολύ διαφορετική από αυτή που έκανα στο «Αττικόν». Eκεί επικρατούσε μια δύσκολη κατάσταση, που μετά αποτυπωνόταν σε ράντζα. Αισθάνεσαι ως γιατρός ότι δεν μπορείς να προσφέρεις πάντα» περιγράφει.
Στο ΚΥ Αρεόπολης βρήκε, όπως λέει, τον δρόμο… στρωμένο. «Χάρη στον Διευθυντή του Κέντρου, τον κ. Μαριόλη έχει χτιστεί μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης του προσωπικού του ΚΥ με τους κατοίκους. Έχει επενδυθεί πολύς χρόνος από όλους τους επαγγελματίες υγείας για να απολαμβάνω εγώ σήμερα όπως και οι άλλοι νέοι γιατροί, είτε αγροτικοί είτε ειδικευόμενοι, αυτό που γίνεται. Ότι το ΚΥ είναι κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Αυτό για τον γιατρό – αλλά και για το σύστημα υγείας- σημαίνει ότι δεν χάνει τον ασθενή του, είναι σε άμεση επικοινωνία, τον καθοδηγεί, τον συμβουλεύει, τον κατευθύνει στην πρόληψη, σε εμβολιασμό, σε προσυμπτωματικό έλεγχο ή σε θεραπεία. Σημαίνει καλύτερη ποιότητα ζωής για τους κατοίκους, εξοικονόμηση δαπάνης, μείωση διακομιδών και σοβαρών περιστατικών σε άλλες τριτοβάθμιες δομές υγείας. Το εισπράττω κι εγώ προσωπικά και είναι τεράστια η ικανοποίηση, ιδίως για μένα που θέλω να ασχοληθώ με την παθολογία ή τη γενική ιατρική. Ασχολούμαι με όλα όσα θα πρέπει να γίνονται στις δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας» εξηγεί ο κ. Μπεσίρης.

Ο αγροτικός γιατρός, κ. Χρήστος Μπεσίρης (δεξιά) με τον διευθυντή του Κέντρου Υγείας Αρεόπολης, κ. Ανάργυρο Μαριόλη και μία συνάδελφό του
«Αισθάνομαι ότι εκπαιδεύομαι αλλά και ότι εκπαιδεύω τους ανθρώπους που έρχονται στο Κέντρο Υγείας ή στα ιατρεία. Δεν κάνω μόνο συνταγογράφηση. Μοιράζομαι τις γνώσεις μου, τους μιλάω για την πρόληψη, τους δίνω συμβουλές εφόσον το ζητούν. Το έργο μας στην Πρωτοβάθμια δεν είναι μόνο ιατρικό, είναι κοινωνικό, διευρύνουμε την προσβασιμότητα στο σύστημα υγείας, εξαλείφουμε τις ανισότητες» λέει. Για αυτό και δεν κρύβει την απογοήτευσή του που πολλοί φίλοι του αναρωτιούνται τι είναι Κέντρο Υγείας, όταν τους λέει πως εργάζεται σε ΚΥ. «Είναι ένα καμπανάκι αυτό. Πρέπει να επικοινωνηθεί η ΠΦΥ. Πρέπει να ενισχυθούν τα ΚΥ και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Και φυσικά να δοθούν κίνητρα σε όσους θέλουν να ακολουθήσουν τις δύο κρίσιμες ειδικότητες, την παθολογία και τη γενική ιατρική» λέει ο νέος γιατρός. Ο ίδιος θέλει να μείνει στο σύστημα υγείας ως παθολόγος ή γενικός γιατρός, παρότι πλέον δεν υπάρχει το κίνητρο των 40.000 ευρώ που είχε δοθεί το 2025 σε όσους γιατρούς επέλεξαν αυτές τις ειδικότητες.
Το επόμενο βήμα του περιλαμβάνει την επιστροφή του στο «Αττικόν», καθώς το έχει δηλώσει ως νοσοκομείο εκπαίδευσης για ιατρική ειδικότητα. Παραδέχεται ότι θα είναι μια μεγάλη αλλαγή και λόγω των ιδιαίτερα απαιτητικών συνθηκών στο μεγάλο πανεπιστημιακό νοσοκομείο, που σηκώνει δυσανάλογο βάρος στις εφημερίες του, αλλά και λόγω των συνθηκών ζωής στην Αττική.

«Η αμοιβή μου στο αγροτικό είναι 1.200 ευρώ τον μήνα και άλλα 700 ευρώ από τις εφημερίες. Είναι ένα καλό ποσό για τα δεδομένα της περιφέρειας. Για παράδειγμα, πληρώνω ενοίκιο 400 ευρώ. Στην Αττική, η κατάσταση θα είναι διαφορετική. Ξέρω ότι αυτά τα χρήματα θα αντιστοιχούν σε πολύ περισσότερες ώρες εργασίας από τις 70 ώρες την εβδομάδα που κάνω στο ΚΥ και σε πολύ διαφορετικό αντικείμενο. Οι συνθήκες στα μεγάλα νοσοκομεία είναι πολύ σκληρές για όλους τους γιατρούς. Αλλά ακόμη πιο στενόχωρο είναι που δυστυχώς αυτή η κατάσταση τείνει να κανονικοποιηθεί για τους νέους γιατρούς. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέπουμε» λέει με πικρία ο 26χρονος περιγράφοντας τη γενιά του που μεγαλώνει θεωρώντας σχεδόν φυσιολογικές τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας.
Η διαδρομή του Χρήστου Μπεσίρη συμπυκνώνει τελικά όλες τις αντιφάσεις αλλά και τις δυνατότητες του σημερινού ΕΣΥ. Από τη μία, ένας νέος γιατρός που εργάζεται δεκάδες ώρες την εβδομάδα, γνωρίζοντας ότι μπροστά του βρίσκονται ακόμη πιο δύσκολες συνθήκες στα μεγάλα νοσοκομεία. Από την άλλη, ένας νέος επιστήμονας που εξακολουθεί να πιστεύει στην αξία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, στη σχέση με τον ασθενή, στην πρόληψη και στη δημόσια περίθαλψη.
Σε μια περίοδο όπου πολλοί νέοι γιατροί κοιτούν προς το εξωτερικό ή απομακρύνονται από το ΕΣΥ, η επιλογή κάποιων να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή της ΠΦΥ και γενικά του ΕΣΥ δεν είναι αυτονόητη. Είναι μια στάση που δοκιμάζεται καθημερινά στην πράξη – στις εφημερίες, στα περιφερειακά ιατρεία, στη σχέση με τους ασθενείς. Και ίσως εκεί, σε αυτές τις μικρές δομές της περιφέρειας, να κρίνεται τελικά αν το σύστημα υγείας θα μπορέσει να τους δώσει λόγους να το επιλέξουν.
Διαβάστε επίσης
Στον αέρα τα οικονομικά κίνητρα για νέους παθολόγους και γενικούς γιατρούς στο ΕΣΥ
Τα νησιά «αναζητούν» γιατρούς – Προσφέρουν δωρεάν στέγη και επιδόματα
Κίνητρο 1.500 ευρώ το μήνα από ιδιώτη σε 80 γιατρούς για να πάνε σε 47 μικρά νησιά