Η Γηραιά Ήπειρος δεν κινείται με την ταχύτητα που απαιτείται για να πετύχει τους στόχους του 2030 απέναντι στον ιό HIV, τη φυματίωση, την ιογενή ηπατίτιδα και άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ).
Αυτό αποτελεί το βασικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), η οποία καταγράφει μεν πρόοδο, αλλά και σοβαρές υστερήσεις.
Σύμφωνα με το ECDC, η ΕΕ/ΕΟΧ απέχει από την επίτευξη αρκετών από τους δείκτες του Στόχου Βιώσιμης Ανάπτυξης 3.3, που προβλέπει τον τερματισμό των επιδημιών του ιού HIV, της φυματίωσης, της ιογενούς ηπατίτιδας και λοιπών ΣΜΝ έως το τέλος της δεκαετίας.
Το πρόβλημα δεν έγκειται στην απουσία εργαλείων αλλά στο γεγονός ότι η πρόληψη, οι εξετάσεις και οι θεραπείες δεν φτάνουν με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Πάνω από 59.000 θάνατοι κάθε χρόνο
Εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη ζουν με νοσήματα που μπορούν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Παρ’ όλα αυτά, ο συνολικός απολογισμός παραμένει βαρύς: HIV, φυματίωση, ιογενής ηπατίτιδα και εν γένει ΣΜΝ συνδέονται με περισσότερους από 59.000 θανάτους κάθε χρόνο στην ΕΕ/ΕΟΧ.
Η θνησιμότητα από τον ιό HIV και την φυματίωση μειώθηκε, όμως η πτώση δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται εντός πορείας για τους στόχους του 2030. Ακόμη πιο απειλητική είναι η πραγματικότητα όσον αφορά την ηπατίτιδα Β και C, που ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος των ετήσιων απωλειών (90%) και παραμένουν σε σταθερά υψηλά επίπεδα, χωρίς σαφή ένδειξη αποκλιμάκωσης.
«Η Ευρώπη διαθέτει τα μέσα, αλλά δεν φτάνουν σε όλους»
Ο Bruno Ciancio, επικεφαλής της μονάδας του ECDC για τα άμεσα μεταδιδόμενα και προλαμβανόμενα με εμβολιασμό νοσήματα, τονίζει ότι το ζήτημα καθίσταται πλέον επείγον.
«Η Ευρώπη διαθέτει τα μέσα για να εξαλείψει τον ιό HIV, τη φυματίωση, την ιογενή ηπατίτιδα και άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, όμως δεν φτάνουν σε όλους όσους τα χρειάζονται», αναφέρει. «Απαιτούνται επείγουσες επενδύσεις για την ενίσχυση της πρόληψης, των διαγνωστικών εξετάσεων και της θεραπείας. Η επίτευξη των στόχων για το 2030 σημαίνει τη διάσωση χιλιάδων ζωών».
Πρόοδος στον ιό HIV, σοβαρό κενό στη φυματίωση
Το ECDC αξιολόγησε δείκτες που αφορούν την επίπτωση, την πρόληψη, τον έλεγχο, τη θεραπεία και τη θνησιμότητα για κάθε νόσημα. Η εικόνα που προέκυψε χαρακτηρίζεται μεικτή.
Σε αρκετές χώρες, ο στόχος του 85% για την ανίχνευση της φυματίωσης έχει επιτευχθεί. Παράλληλα, για τον ιό HIV, αρκετά κράτη έχουν φτάσει ή πλησιάζουν το επιθυμητό ποσοστό του 95% για τη διενέργεια εξετάσεων και την πρόσβαση στη θεραπεία.
Ωστόσο, η επιτυχία ίασης της φυματίωσης παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την επιδίωξη του 90%. Μόλις το 64% των ασθενών θεραπεύεται επιτυχώς, ποσοστό που δείχνει ότι η διάγνωση από μόνη της δεν αρκεί χωρίς ολοκληρωμένη, συνεχόμενη φροντίδα.
Επίσης, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί (και) η συνολική αύξηση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Οι διαγνώσεις σύφιλης έχουν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ενώ τα ποσοστά γονόρροιας υπερτριπλασιαστεί.
Ακόμη πιο έντονη θεωρείται η επάνοδος της συγγενούς σύφιλης, δηλαδή των περιστατικών που καταγράφονται σε νεογνά. Σύμφωνα με την έκθεση, οι περιπτώσεις εκτοξεύθηκαν κατά σχεδόν 80% μέσα σε έναν χρόνο, μεταξύ 2023 – 2024.
Οι τρεις προτεραιότητες για την Ευρώπη
Το ECDC καλεί τις χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ να επιταχύνουν τη δράση τους σε τρία επίπεδα:
- Να επεκτείνουν στοχευμένες παρεμβάσεις πρόληψης.
- Να ενισχύσουν τις υπηρεσίες διαγνωστικού ελέγχου και θεραπείας.
- Να βελτιώσουν την επιτήρηση και την ποιότητα των δεδομένων.
Το στοίχημα του 2030
Η έκθεση του ECDC δεν περιγράφει μια αναπόφευκτη αποτυχία. Αποτυπώνει, όμως, μια Ευρώπη που διαθέτει τα επιστημονικά εργαλεία, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει ακόμη την καθολική και ισότιμη εφαρμογή τους.
Διαβάστε επίσης
HIV- Ελλάδα: 526 οι νέες διαγνώσεις σε μια χρονιά – Οι μισοί το έμαθαν πολύ αργά
Φυματίωση: H πιο θανατηφόρα λοίμωξη παγκοσμίως – 440 περιστατικά στην Ελλάδα το 2024
Γονόρροια: Τριπλασιάστηκαν σε 3 χρόνια τα κρούσματα στην Ελλάδα