*Γράφει ο κ. Daniel Paksy, Managing Director, Johnson & Johnson Innovative Medicine Ελλάδα & Ρουμανία
Η αντίληψή μου για την αξία της καινοτομίας διαμορφώθηκε πολύ πριν ξεκινήσω την επαγγελματική μου πορεία. Ως παιδί ακόμη, παρατηρούσα τον παππού μου, μηχανολόγο μηχανικό στο επάγγελμα, να εργάζεται με αφοσίωση σχεδιάζοντας λύσεις που βελτίωναν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Αυτό που με επηρέασε περισσότερο, ήταν το βαθύ αίσθημα ευθύνης και προσφοράς, τα οποία και μου άφησε ως παρακαταθήκη όπως και η πεποίθηση ότι η καινοτομία έχει πραγματική αξία μόνο όταν υπηρετεί την κοινωνία.
Αυτή η αρχή παραμένει μέχρι σήμερα προσωπικός μου οδηγός σε ολόκληρη την επαγγελματική μου διαδρομή. Εδώ και 25 χρόνια εργάζομαι στη Johnson & Johnson Innovative Medicine, έναν οργανισμό που συνδυάζει την επιστημονική πρωτοπορία με την υπεύθυνη ηγεσία στο χώρο της φαρμακευτικής καινοτομίας και της υγειονομικής περίθαλψης. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, παραμένω προσηλωμένος στην αρχή ότι η πρόοδος της επιστήμης πρέπει να συνοδεύεται από την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.
Σήμερα, τα δεδομένα είναι σαφή: η επένδυση στην υγεία δεν αποτελεί μόνο κοινωνική προτεραιότητα, αλλά και στρατηγική οικονομική επιλογή. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε ευρώ που επενδύεται στην υγεία αποδίδει πάνω από το διπλάσιο σε οικονομική αξία, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητα του εργατικού δυναμικού. Την ίδια στιγμή, η φαρμακευτική καινοτομία έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, με το 73% της αύξησης στο προσδόκιμο ζωής στις ανεπτυγμένες χώρες τα τελευταία χρόνια να συνδέεται με την εισαγωγή καινοτόμων φαρμάκων στη φαρέτρα της ιατρικής κοινότητας.
Ωστόσο, η αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας εξαρτάται σημαντικά από το κατά πόσο τα συστήματα υγείας μπορούν να τη μετατρέψουν σε πραγματικό όφελος για τους ασθενείς. Στην Ελλάδα, η πρόκληση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς ο μέσος χρόνος από την ευρωπαϊκή έγκριση μέχρι την αποζημίωση νέων θεραπειών φτάνει τις 654 ημέρες, υπερβαίνοντας σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (578 ημέρες στην ΕΕ27). Παράλληλα, λιγότερα από τα μισά νέα φάρμακα που εγκρίνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθίστανται διαθέσιμα στους Έλληνες ασθενείς, περιορίζοντας ουσιαστικά την πρόσβαση στην καινοτομία.
Την ίδια στιγμή, η χρόνια υποεπένδυση της πολιτείας στον τομέα της φαρμακευτικής δαπάνης μετακυλίει δυσανάλογα το βάρος της χρηματοδότησης στις φαρμακευτικές εταιρείες, με τις υποχρεωτικές επιστροφές (clawbacks και rebates) να έχουν εκτοξευθεί, ξεπερνώντας περίπου το 70% σε κάποιες περιπτώσεις νοσοκομειακών φαρμάκων υψηλής αξίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα οικονομικά μη βιώσιμο περιβάλλον υγείας, το οποίο λειτουργεί αποθαρρυντικά στην απόφαση εισαγωγής νέων φαρμάκων.
Τα παραπάνω αναδεικνύουν μια κρίσιμη πραγματικότητα: η φαρμακευτική καινοτομία αποδίδει τη μέγιστη αξία της μόνο όταν εντάσσεται σε ένα προβλέψιμο, βιώσιμο και επαρκώς χρηματοδοτούμενο πλαίσιο, με τεκμηριωμένες αποφάσεις, διαρκή και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, φαρμακευτικής βιομηχανίας και όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η καινοτομία παραμένει θεωρητική και αδυνατεί να αποδώσει πραγματική αξία για τους ασθενείς και το σύστημα υγείας. Απαιτείται, επομένως, μια ολιστική και μακροπρόθεσμη φαρμακευτική στρατηγική, που θα συνδυάζει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με επαρκή και βιώσιμη χρηματοδότηση, σαφή κίνητρα για επενδύσεις στην κλινική έρευνα, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και διασφαλίζοντας την έγκαιρη πρόσβασή τους στις θεραπείες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η δημιουργία του Ταμείου Καινοτομίας αποτελεί ένα δυνητικά σημαντικό εργαλείο για την επιτάχυνση της πρόσβασης των ασθενών σε προηγμένες θεραπείες (ATMP και PRIME), υπό την προϋπόθεση ενός σαφούς, σταθερού και μακροπρόθεσμου πλαισίου χρηματοδότησης και αποζημίωσης, τόσο κατά την έναρξη του όσο και σε βάθος χρόνου, ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητά του στο σύστημα υγείας. Παράλληλα, η ενίσχυση της κλινικής έρευνας μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά τόσο για τους ασθενείς όσο και για τη θέση της χώρας στον διεθνή χάρτη της καινοτομίας, υποστηρίζοντας τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και σύγχρονο σύστημα υγείας, καθώς και την προσέλκυση επενδύσεων, τεχνογνωσίας και υψηλής εξειδίκευσης.
Τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να επενδύσουμε στην υγεία, αλλά αν μπορούμε να μην το κάνουμε. Το κόστος της αδράνειας σε ανθρώπινους, κοινωνικούς και οικονομικούς όρους είναι ήδη υψηλό και συνεχώς αυξανόμενο.
Για εμάς στη Johnson & Johnson Innovative Medicine, η επένδυση στην υγεία αποτελεί πρωταρχικό πυλώνα της αποστολής μας. Με μακροχρόνια παρουσία στην Ελλάδα και συνεχή επένδυση στην καινοτομία και την κλινική έρευνα, συμβάλλουμε ενεργά στην εξασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών σε πρωτοποριακές θεραπευτικές επιλογές που σώζουν ζωές. Υποστηρίζουμε τη διαμόρφωση ενός ισχυρού, σύγχρονου, δίκαιου και βιώσιμου οικοσυστήματος υγείας, το οποίο θα προκύψει με τη σύμπραξη όλων των φορέων, με κοινό όραμα, συνυπευθυνότητα και συντονισμένη εθνική στρατηγική για την υγεία και τη φαρμακευτική πολιτική.