Η περιέργεια για γνώση και η αναζήτηση απαντήσεων στα «γιατί» και τα «πώς» της ζωής, με αιχμή τη λειτουργία των κυττάρων, αποτέλεσαν — και συνεχίζουν να αποτελούν — το βασικό κίνητρο για τον ερευνητή Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας, κ. Νικόλα Κτιστάκη.
Εδώ και τρεις δεκαετίες, ο Έλληνας επιστήμονας, σήμερα επικεφαλής του Ινστιτούτου Babraham στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, στο Ηνωμένο Βασίλειο, μελετά τους μηχανισμούς που διέπουν την κυτταρική λειτουργία — της θεμελιώδους μονάδας ζωής σε κάθε οργανισμό. Στο επίκεντρο της έρευνάς του βρίσκεται η αυτοφαγία, μια ζωτικής σημασίας διαδικασία κατά την οποία το κύτταρο διασπά και επαναχρησιμοποιεί τα φθαρμένα ή περιττά συστατικά του.
Τα ελληνικής προέλευσης συνθετικά της λέξης (αυτός και φαγείν) περιγράφουν θα έλεγε κανείς, έναν εσωτερικό «μηχανισμό καθαρισμού και ανακύκλωσης», που επιτρέπει στο κύτταρο να διατηρεί την ισορροπία και τη λειτουργικότητά του. Όταν η διαδικασία αυτή διαταράσσεται, μπορεί να εμφανιστούν ή εξελιχθούν σοβαρές ασθένειες όπως νευροεκφυλιστικές παθήσεις και καρκίνος, γεγονός που δείχνει τη σημασία της κατανόησης της αυτοφαγίας για τη σύγχρονη βιοϊατρική έρευνα.
«Όταν το 1996 ξεκίνησα να ασχολούμαι ερευνητικά με την αυτοφαγία, με κατέτρωγε η αμιγώς ακαδημαϊκή περιέργεια για το πως λειτουργεί ο μηχανισμός του κυττάρου. Δεν είχε η έρευνά μου προεκτάσεις κλινικές, θεραπευτικές κα.» λέει μιλώντας στο ΘΕΜΑ από το γραφείο του στο Cambridge ο κ. Κτιστάκης.
Τρεις δεκαετίες μετά, όπως επισημαίνει, το ερευνητικό τοπίο έχει μεταμορφωθεί, με την αυτοφαγία να βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς επιστημονικής σκηνής. «Η έρευνα γύρω από την αυτοφαγία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συνδέεται με τη γήρανση, τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες και τον καρκίνο, όμως παραμένει ένα πεδίο όπου η ισορροπία ανάμεσα σε θεραπευτική δυνατότητα και βιολογικό ρίσκο απαιτεί ακόμη βαθύτερη κατανόηση» τονίζει.
Η αυτοφαγία, κλειδί για την υγιή γήρανση
Σημειωτέον ότι ο όρος έγινε ευρέως γνωστός το 2016, όταν απονεμήθηκε το Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής στον Ιάπωνα ερευνητή Γιοσινόρι Οσούμι για τις ανακαλύψεις του σχετικά με τους μηχανισμούς της αυτοφαγίας. Έκτοτε, η κυτταρική αυτή διαδικασία αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης για τη διατήρηση της κυτταρικής ισορροπίας και έχει συχνά παρουσιαστεί ως κλειδί για την υγιή γήρανση. Παράλληλα, η έρευνα ανέδειξε τον καθοριστικό της ρόλο σε ασθένειες ανοίγοντας νέους δρόμους για θεραπευτικές προσεγγίσεις, με στόχο όχι μόνο την παράταση της ζωής αλλά και την ενίσχυση του healthspan, δηλαδή των ετών ζωής με υγεία και ποιότητα.
«Στο Ινστιτούτο Babraham η γήρανση βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας τα τελευταία 15 χρόνια. Για την ακρίβεια, εστιάζουμε στο healthspan, δηλαδή στο υγιές προσδόκιμο ζωής, καθώς ξέρουμε σήμερα πως δεν μετράει μόνο πόσα χρόνια ζει κάποιος, αλλά πόσα από αυτά τα χρόνια είναι πραγματικά καλά, σωματικά, νοητικά και λειτουργικά. Έχει εκτιμηθεί ότι αν μπορέσουμε να αυξήσουμε έστω κατά ένα έτος τη διάρκεια του healthspan στον πληθυσμό του πλανήτη, θα εξοικονομούνταν έως και 30 τρισεκατομμύρια δολλάρια από τις δαπάνες υγείας. Αν κερδίζονταν 10 χρόνια υγιούς προσδόκιμου ζωής, η εξοικονόμηση θα έφτανε τα 400 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αντιλαμβάνεστε την τεράστια επίδραση που θα είχε μία τέτοια εξέλιξη στον πληθυσμό, στην ποιότητα ζωής αλλά και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας» λέει ο 66χρονος Κρητικός επιστήμονας.

Το ερευνητικό προσωπικό του Ινστιτούτου Babraham στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε αναμνηστική φωτογραφία
Και συνεχίζει εξηγώντας τι συμβαίνει στον οργανισμό όταν η αυτοφαγία δεν λειτουργεί αποτελεσματικά: «το κύτταρο χάνει έναν βασικό μηχανισμό «ποιοτικού ελέγχου» και ανακύκλωσης των συστατικών του. Ό,τι πρέπει να απομακρυνθεί και δεν απομακρύνεται επαρκώς, αρχίζει να συσσωρεύεται στο εσωτερικό του κυττάρου. Αυτή η συσσώρευση παθολογικών ή μη λειτουργικών μορίων διαταράσσει την κυτταρική ισορροπία. Με τον χρόνο, η δυσλειτουργία μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση ή εξέλιξη παθολογικών καταστάσεων, όπως νευροεκφυλιστικές νόσοι και άλλες χρόνιες εκφυλιστικές διεργασίες».
Η αυτοφαγία, εν τούτοις, δεν είναι πάντα επιθυμητή σε όλες τις περιπτώσεις. «Στον καρκίνο, και ειδικά στους συμπαγείς όγκους, ορισμένα καρκινικά κύτταρα μπορούν να τη χρησιμοποιούν για να επιβιώσουν. Έτσι, η ενίσχυσή της σε αυτά τα κύτταρα θα μπορούσε να επιταχύνει την εξέλιξη του όγκου, κάτι που την καθιστά δυνητικά επιβαρυντική σε συγκεκριμένα πλαίσια» εξηγεί ο κ. Κτιστάκης.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς με νευροεκφυλιστικές νόσους, όμως, η αυτοφαγία μπορεί να έχει δυνητικά ευεργετική δράση, καθώς συμβάλλει στην απομάκρυνση βλαβερών πρωτεϊνών. «Σε κάθε περίπτωση, η επίδρασή της δεν είναι μονοσήμαντη, καθώς η παρέμβαση σε έναν μηχανισμό μπορεί να επηρεάσει παράλληλα και άλλες ήδη υπάρχουσες παθήσεις. Γι’ αυτό και η επιστημονική προσέγγιση αντιμετωπίζει την αυτοφαγία με προσοχή, σταθμίζοντας πάντα το πιθανό όφελος έναντι του κινδύνου για τον κάθε ασθενή» σημειώνει ο καθηγητής.

Η διαδρομή από το Ηράκλειο στις ΗΠΑ
Από τη μεγάλη εικόνα της έρευνας για τη γήρανση και την αυτοφαγία, η… μικρότερη της διαδρομής του ίδιου του ερευνητή αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ξεκινώντας από το Ηράκλειο της Κρήτης, με υποτροφία στο Κολλέγιο Αθηνών και στη συνέχεια με σπουδές και ερευνητική πορεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νικόλας Κτιστάκης ακολούθησε μια πορεία που μοιάζει με επιστημονική εξερεύνηση: κάθε νέος τόπος και κάθε σταθμός άνοιγε ένα ακόμη πεδίο ερωτημάτων, οδηγώντας τον ολοένα βαθύτερα στον μικρόκοσμο του κυττάρου — εκεί όπου σήμερα επικεντρώνεται το έργο του.
Η συζήτησή μας τον μεταφέρει και πάλι στον Ιανουάριο του 1969, όταν συμμετείχε στον παγκρήτιο διαγωνισμό για μαθητές δημοτικού που οργάνωσε το Κολλέγιο Αθηνών με έπαθλο μία υποτροφία για να φοιτήσει για 10 χρόνια στο Κολλέγιο σαν οικότροφος μαθητής. «Έλαβα την υποτροφία και είχα την τεράστια ευκαιρία να φοιτήσω σε ένα εξαιρετικό περιβάλλον όπου υπό κανονικές συνθήκες δεν θα φοιτούσα. Ζούσα στην Αθήνα κατά το σχολικό έτος και επέστρεφα στο Ηράκλειο, στις διακοπές. Αισθανόμουν κοντά μου την οικογένειά μου και δεν βίωσα αρνητικά συναισθήματα. Ξέρετε πότε συνειδητοποίησα την κομβική αυτή αλλαγή που είχε συμβεί στη ζωή μου; Όταν έγινε ο δικός μου γιος 9 χρόνων και αναλογίστηκα ότι στην τόσο τρυφερή αυτή ηλικία εγώ βρέθηκα σε ένα άλλο περιβάλλον, ασφαλές μεν αλλά μακριά από το σπίτι μου και την οικογένειά μου. Αυτό δεν αναιρεί την ευκαιρία που μου δόθηκε» λέει ο κ. Κτιστάκης.

Μαθητής του Κολεγίου Αθηνών με τους γονείς και τη μικρή του αδελφή σε εκδήλωση του σχολείου
Συμπληρώνει, μάλιστα, πως σε αυτό το πλαίσιο, τέτοιου τύπου θεσμοί όπως οι υποτροφίες αλλά και τα Πρότυπα και τα Ωνάσεια Σχολεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς προσφέρουν πρόσβαση σε ένα περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων και δυνατοτήτων, που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη μετέπειτα πορεία των μαθητών.
Ο 18χρονος μαθητής το 1979 συνέχισε την εκπαίδευσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το Κολλέγιο Αθηνών βρέθηκε για σπουδές – με υποτροφία- στη Νέα Υόρκη και μετά στο Ντάλας του Τέξας. Από την Ιατρική μεταπήδησε στην Έρευνα, στη Βιοχημεία και την Κυτταρική Βιολογία. Έμεινε συνολικά 17 χρόνια στις ΗΠΑ πριν λάβει την απόφαση να μετακινηθεί στη Βρετανία, και στο Ινστιτούτο Babraham στο Cambridge, όπου εργάζεται μέχρι σήμερα, ως ερευνητής και ως διδάσκων.
Το πεδίο της έρευνας
Με αφορμή την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, έχει αναδειχθεί τον τελευταίο χρόνο ένα κρίσιμο και βαθιά πολιτικό ερώτημα: αποτελεί η έρευνα κόστος που πρέπει να περιοριστεί ή επένδυση που οφείλει να προστατευτεί; Το ζήτημα αυτό απασχολεί έντονα την επιστημονική και ακαδημαϊκή κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα όμως ανοίγει ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ευρώπη να μετατρέψει αυτή την αποεπένδυση σε στρατηγικό πλεονέκτημα; Η έρευνα και το βαθύ αποτύπωμά της δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός της συζήτησης με τον κ. Κτιστάκη. Μιλώντας για χρηματοδότηση, ο ίδιος διαχειρίζεται στο Ινστιτούτο Babraham 1 εκατομμύριο λίρες τον χρόνο για την έρευνα σχετικά με την αυτοφαγία και την επίδρασή της στην υγιή ζωή.
«Οι ΗΠΑ ήταν ο παράδεισος της έρευνας, ήταν στόχος για κάθε επιστήμονα. Πλέον όμως έχει διαμορφωθεί ένα εχθρικό περιβάλλον, οι επιστήμονες βρίσκονται σε άμυνα, δεν ξέρουν τι να σώσουν, τι να περιφρουρήσουν. Η συρρίκνωση της χρηματοδότησης έχει άμεσες συνέπειες όπως πχ ότι μειώνονται οι θέσεις στα πανεπιστήμια αλλά κυρίως μακροπρόθεσμες για το αποτέλεσμα της έρευνας, την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Συνάδελφοι με τους οποίους μιλάμε περιμένουν να παρέλθει αυτή η δύσκολη περίοδος και ελπίζουν σε επαναδρομολόγηση της έρευνας» λέει.
Η Ευρώπη, από την άλλη, δεν επέδειξε ικανά αντανακλαστικά. «Είναι ξεκάθαρο πως έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα οι χώρες με τον δικό τους χρηματοδοτικό μηχανισμό, όπως η Βρετανία, η Γερμανία, οι Σκανδιναβικές χώρες. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μία μετάβαση αναφορικά με την έρευνα και τη χρηματοδότησή της» σημειώνει, και εξηγεί: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί την έρευνα κυρίως μέσα από δύο βασικούς μηχανισμούς, το πρόγραμμα Horizon Europe και τις ανταγωνιστικές επιχορηγήσεις του European Research Council (ERC). Το Horizon Europe είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΕ για την έρευνα και την καινοτομία και το ποσό προέρχεται απευθείας από τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Το Horizon δίνει τη «μαζική», την πιο σπάταλη θα έλεγα χρηματοδότηση (projects και συνεργασίες), ενώ το ERC δίνει την «κορυφαία» ατομική επιστημονική έρευνα, με βάση το βιογραφικό των ερευνητών, όπως στις ΗΠΑ. Είναι ένα μίγμα, όμως, που πρέπει να αλλάξει. Δεν είναι αυτός ο τρόπος να γίνει σήμερα έρευνα αιχμής» τονίζει.
Αναφορικά με τη θέση της Ελλάδας στο ερευνητικό στερέωμα, ο κ. Κτιστάκης είναι κατηγορηματικός: «η συνεχής κινητικότητα των Ελλήνων επιστημόνων προς χώρες του εξωτερικού δείχνει ότι υπάρχει πρόβλημα. Το επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας ανθίζει εκτός επικράτειας. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πολύ αξιόλογοι ερευνητές στην Ελλάδα που κάνουν σημαντικό έργο, με τις ίδιες δυνάμεις πολλές φορές, κι αυτό καθιστά το έργο τους ακόμη πιο σημαντικό σε σχέση με όλους όσους λειτουργούμε σε ένα συνεκτικό και σταθερό πλαίσιο. Όμως συνολικά το αποτέλεσμα είναι μικρότερο των προσπαθειών και των προσδοκιών. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο, σύγχρονο πλαίσιο για την έρευνα και τη διασύνδεσή της με την εκπαίδευση και την ανάπτυξη. Το καινούριο υπουργείο Έρευνας που σχεδιάζεται, αλλά κυρίως μια σταθερή και προβλέψιμη πηγή χρηματοδότησης θα συμβάλλουν καθοριστικά σε αυτό το θέμα».
Ο ίδιος έχει σταθερά 3 με 4 Έλληνες επιστήμονες στο εργαστήριό του. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι τα τελευταία 15 χρόνια έχει αυξηθεί τόσο το ρεύμα των Ελλήνων επιστημόνων προς το Cambridge που το ελληνικό σχολείο αριθμεί σήμερα πάνω από 300 παιδιά έναντι των 40 που φοιτούσαν εκεί το 2011.

Η οικογένεια Κτιστάκη
Σε αυτό το σχολείο φοιτούν και τα 18χρονα παιδιά του, η Κατερίνα και ο Θεόφιλος, στοχεύοντας στις σπουδές τους στη Νομική και το Πολυτεχνείο, αντίστοιχα. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Μαρία, επίσης ερευνήτρια στο Babraham Institute, βλέπουν με αγάπη και περηφάνια σήμερα τα παιδιά τους να ανοίγουν τα δικά τους φτερά, κρατώντας ζωντανή την ελληνική τους καταγωγή.
Διαβάστε επίσης
Η Ελλάδα γερνάει, αλλά όχι καλά – Λιγότεροι, γηραιότεροι και χωρίς ποιότητα ζωής οι πολίτες
Μυστικά για υγιή γήρανση – Top συμβουλές από τους ειδικούς για μακροζωία και ευεξία
Τρεις συνήθειες που χαρίζουν μια καλύτερη ζωή – Απαιτούν μόνο λίγα λεπτά την ημέρα