Ίχνη κοκαΐνης και του βασικού μεταβολίτη της, της βενζοϋλεκγονίνης, που καταλήγουν στα υδάτινα οικοσυστήματα μέσω των λυμάτων, ενδέχεται να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ψαριών στη φύση. Αυτό δείχνει νέα μελέτη σε νεαρούς σολομούς του Ατλαντικού, η οποία κατέγραψε αυξημένη κινητικότητα και μεγαλύτερη διασπορά των ψαριών, έπειτα από έκθεση στο ναρκωτικό.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Current Biology, ενισχύουν την ανησυχία ότι η ρύπανση από τέτοιες ουσίες δεν αποτελεί μόνο ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και ένα πεδίο με ακόμη αχαρτογράφητες οικολογικές συνέπειες. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν αυτές οι ουσίες φτάνουν στα ψάρια, αλλά τι αλλάζουν στη συμπεριφορά τους όταν αυτό συμβαίνει.

Τι έδειξε η μελέτη

Η ομάδα τοποθέτησε σε σολομούς ηλικίας δύο ετών, που είχαν εκτραφεί σε ιχθυοτροφείο, εμφυτεύματα βραδείας αποδέσμευσης με κοκαΐνη ή βενζοϋλεκγονίνη. Ένα τρίτο γκρουπ ψαριών έφερε εμφυτεύματα χωρίς ουσία και λειτούργησε ως ομάδα ελέγχου. Στη συνέχεια, όλα απελευθερώθηκαν στη λίμνη Βέττερν της Σουηδίας και παρακολουθήθηκαν επί οκτώ εβδομάδες.

Τα ψάρια που είχαν εκτεθεί στη βενζοϋλεκγονίνη κινούνταν σημαντικά περισσότερο από εκείνα της ομάδας ελέγχου. Κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες της παρακολούθησης, κολυμπούσαν έως και σχεδόν 1,9 φορές πιο μακριά ανά εβδομάδα, ενώ είχαν διασπαρεί μέχρι και 12,3 χιλιόμετρα βορειότερα από το σημείο απελευθέρωσης.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μεταβολή αυτή μόνο αμελητέα δεν είναι. Η αυξημένη κίνηση μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας, αλλαγές στην αναζήτηση τροφής, αλλά και περισσότερη έκθεση σε αρπακτικά.

«Δεν γνωρίζουμε ακόμη τις συνέπειες, αλλά θα υπάρχουν αντισταθμίσεις»

Όπως αναφέρεται στον The Guardian, ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Jack Brand από το Σουηδικό Πανεπιστήμιο Γεωπονικών Επιστημών, δήλωσε ότι η πλήρης εικόνα δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί. «Σε μεγάλο βαθμό, δεν γνωρίζουμε τις συνέπειες, αλλά αναμένω να υπάρξουν αντισταθμίσεις», ανέφερε, εξηγώντας ότι τα ψάρια μπορεί να καταλήξουν σε χειρότερη φυσική κατάσταση ή να αναγκάζονται να αναζητούν περισσότερη τροφή, άρα να εκτίθενται περισσότερο σε κινδύνους.

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι το πιο ισχυρό εύρημα δεν αφορούσε τόσο την ίδια την κοκαΐνη όσο τον μεταβολίτη της. «Ο μεταβολίτης, όπως γνωρίζουμε, εμφανίζεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στη φύση. Αυτός είχε την πολύ πιο βαθιά επίδραση στη συμπεριφορά και την κίνηση των ψαριών», σημείωσε ο Δρ. Brand.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι αν οι αξιολογήσεις κινδύνου δεν λαμβάνουν υπόψη τέτοιες ενώσεις, «ενδέχεται να παραβλέπουμε ένα μεγάλο μέρος του περιβαλλοντικού κινδύνου, στον οποίο εκθέτουμε αυτά τα ζώα».

Ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο την κοκαΐνη

Η ανησυχία για τη ρύπανση των υδάτων από φάρμακα και άλλες νευροδραστικές ουσίες δεν είναι καινούργια. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί μελέτες για πέστροφες που εμφάνισαν συμπεριφορά εθισμού σε μεθαμφεταμίνη, αλλά και για ψάρια που γίνονται πιο… τολμηρά ή χάνουν τον φόβο τους απέναντι στα αρπακτικά λόγω αντικαταθλιπτικών ουσιών.

Στο ίδιο πλαίσιο, ήδη από το 2019, αναλύσεις σε γαρίδες του γλυκού νερού σε ποτάμια του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν εντοπίσει ίχνη πολλών διαφορετικών ουσιών, μεταξύ αυτών κοκαΐνη, μεθαμφεταμίνη, αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά και αντιψυχωσικά.

Ωστόσο, ο καθηγητής Leon Barron, επικεφαλής της ομάδας για τους αναδυόμενους χημικούς ρύπους στο Imperial College του Λονδίνου, εκτιμά ότι η μελέτη είναι σημαντική, αλλά τονίζει πως χρειάζεται ακόμη περισσότερη τεκμηρίωση από πραγματικές συνθήκες έκθεσης. Όπως δήλωσε, είναι κρίσιμο «να διαπιστωθεί εάν οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε ψάρια που εκτέθηκαν φυσικά στους ρύπους στη φύση».

Παράλληλα, σημειώνει ότι τα ψάρια δεν εκτίθενται μόνο σε μία ουσία, αλλά σε πολύπλοκα «κοκτέιλ» χημικών ενώσεων. Για τον λόγο αυτό, όπως εξηγεί, οι επιδράσεις της κοκαΐνης και των μεταβολιτών της θα πρέπει να συγκριθούν και με εκείνες άλλων κοινών ρύπων που ανιχνεύονται στους ίδιους οργανισμούς.

Ο Barron στέκεται και στο πρακτικό σκέλος του ζητήματος. «Η καλύτερη διαχείριση των λυμάτων, ιδίως η μείωση των απορρίψεων ακατέργαστων λυμάτων, θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση τυχόν κινδύνων για την άγρια φύση και τα οικοσυστήματά της».

Συμπέρασμα

Η ρύπανση από κοκαΐνη και, κυρίως, από τον βασικό μεταβολίτη της δεν φαίνεται να είναι απλώς ένα χημικό ίχνος στα νερά, αλλά ένας παράγοντας που μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά των ψαριών στη φύση. Αν και οι μακροπρόθεσμες συνέπειες παραμένουν ασαφείς, τα νέα δεδομένα ενισχύουν την ανάγκη για καλύτερη διαχείριση λυμάτων και για πιο ουσιαστική παρακολούθηση των αναδυόμενων ρύπων στα υδάτινα οικοσυστήματα.

Διαβάστε επίσης

Το τέλειο ψάρι που δεν πρέπει να λείπει από το πιάτο μας- Τι πρέπει να ξέρουμε για τον υδράργυρο

Απίστευτο: Μπορεί αυτό το τρόφιμο να κάνει τα παιδιά πιο… ευγενικά και κοινωνικά;

Σολομός: Σήμερα περιέχει 50% λιγότερα ω-3 σε σχέση με το παρελθόν – Δύο καθηγητές εξηγούν γιατί συμβαίνει αυτό και πώς θα διορθωθεί