Περίπου οι μισοί ασθενείς με καρκίνο στην Ελλάδα αναγκάζονται να μετακινηθούν από τον νομό τους για να λάβουν φροντίδα υγείας, ενώ το 82% χρειάζεται να απέχει από την εργασία του, με σχεδόν τους μισούς να λείπουν για περισσότερο από έναν μήνα. Η διάγνωση δεν σηματοδοτεί μόνο την ασθένεια, αλλά και ένα ισχυρό ψυχολογικό φορτίο: το 74% δηλώνει ότι βιώνει αγωνία και φόβο για το μέλλον. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη διαδρομή, η εμπιστοσύνη προς τον ογκολόγο παραμένει ακλόνητη, αγγίζοντας το 90%, όπως και η ικανοποίηση από τη φροντίδα.
Τα στοχεία παραθέτει σε συνέντευξη που παραχωρεί στο Πρακτορείο Fm ο καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και διευθυντής του Εργαστηρίου Αξιολόγησης Πολιτικών, Τεχνολογιών και Συμπεριφορών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κυριάκος Σουλιώτης. Ο καθηγητής, επικαλούμενος ερευνητικά δεδομένα, σκιαγραφεί με σαφήνεια την εμπειρία του ασθενή στο σύστημα υγείας: Μια διαδρομή που ξεκινά από την ανησυχία που προκαλεί ένα σύμπτωμα και εκτείνεται μέχρι τη διάγνωση και τη θεραπεία. Πρόκειται για μία πορεία όπου η απόσταση, το κόστος και η οργάνωση των υπηρεσιών μπορούν να καθορίσουν όχι μόνο την ποιότητα της φροντίδας, αλλά την καθημερινότητα και την έκβαση του ασθενή.
Πού εντοπίζονται τα βασικά σημεία, όπου χάνεται χρόνος και ενέργεια; Ποιες ανισότητες επιμένουν στον υγειονομικό χάρτη της Ελλάδας; Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν; Και τελικά, πώς αποτιμάται το ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά;
Ο καθηγητής απαντά στα ερωτήματα αυτά, αναδεικνύοντας κρίσιμες πτυχές της υγειονομικής επάρκειας στη χώρα, αλλά και περιορισμούς που επηρεάζουν ουσιαστικά την πορεία των ασθενών, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει τρόπους βελτίωσης του συστήματος, που όπως τονίζει ήδη έχουν ξεκινήσει να εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια. Η συνέντευξη παραχωρήθηκε με αφορμή την ομιλία του με τίτλο «Το ταξίδι των ασθενών στο σύστημα υγείας στην Ελλάδα», στο πλαίσιο του 52ου Ετήσιου Πανελλήνιου Ιατρικού Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις αρχές Απριλίου. Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν ευρήματα διαχρονικής έρευνας για τις μεταρρυθμίσεις υγείας στην Ελλάδα, του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας, του οποίου είναι ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής.
Ακολουθεί αναλυτικά το κείμενο της συνέντευξης του καθηγητή Πολιτικής Υγείας Κυριάκου Σουλιώτη στην εκπομπή «104,9 ΜΥΣΤΙΚΑ ΥΓΕΙΑΣ»
Το 85,8% κρίνει ωφέλιμη τη διανομή φαρμάκων κατ’ οίκον
Η πρόσβαση δεν ξεκινά την ώρα που κάποιος διαβαίνει το κατώφλι ενός νοσοκομείου, αλλά από την υποψία της νόσου, και την εμφάνιση του πρώτου συμπτώματος. Αφορά τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών, την επάρκεια του συστήματος, την οικονομική προσιτότητα και στην καταλληλότητα της φροντίδας που λαμβάνει ο ασθενής.
Οι καθυστερήσεις, τα εμπόδια οι επιβαρύνσεις σε σχέση με τη διαχείριση της νόσου, η ιδιωτική δαπάνη, αλλά και η ψυχολογική επιβάρυνση που συνεπάγεται η διάγνωση και η ζωή με ένα νόσημα, τα προηγούμενα χρόνια έμεναν έξω από το «ραντάρ της Πολιτείας» . Τα τελευταία χρόνια όμως και με την πίεση των ερευνητικών ευρημάτων έχουν αρχίσει να λαμβάνονται μέτρα και αποφάσεις προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της πρόσβασης των ασθενών στο σύστημα υγείας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι πλέον αναγνωρίζεται η αξία της ανάλυσης της εμπειρίας. Ενδεικτικά σε πρόσφατη μελέτη μας, αποτυπώσαμε ότι: Το 89,8% των πολιτών κρίνει ωφέλιμα τα προγράμματα δωρεάν προληπτικών εξετάσεων, το 87,7% αξιολογεί θετικά το πρόγραμμα κτιριακής αναβάθμισης των νοσοκομείων του ΕΣΥ, το 85,8% θεωρεί σημαντική τη διανομή φαρμάκων κατ οίκον, ενώ το 61% εκφράζει θετική άποψη για τα απογευματινά χειρουργεία στο ΕΣΥ.
Γεωγραφικές ανισότητες – Οι πιο επιβαρυμένοι νομοί της Ελλάδας
Ποια είναι τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς
Πρώτα από όλα, υπάρχουν τα συστημικά εμπόδια με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί η κεντρική διοίκηση. Υπάρχουν όμως, και άλλα εμπόδια που υπερβαίνουν τα στενά όρια της πολιτικής υγείας όπως για παράδειγμα οι διαπεριφερειακες ροές ασθενών και οι ανισότητες πρόσβασης ανά περιοχή. Για παράδειγμα, η Αττική εμφανίζει πολύ υψηλό βαθμό υγειονομικής αυτοδυναμίας, που φτάνει περίπου το 94,6%.
Αντίθετα, σε άλλες περιοχές καταγράφεται σημαντική ανάγκη μετακίνησης για παροχή υπηρεσιών υγείας: περίπου το 39% των κατοίκων των νησιών του Αιγαίου χρειάζεται να μεταβεί σε άλλη περιοχή για περίθαλψη, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 25,5% στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, 30% στην Πελοπόννησο, τα Ιόνια Νησιά, την Ήπειρο και τη Δυτική Ελλάδα, και 37,9% στη Μακεδονία και τη Θράκη. Οι πιο επιβαρυμένοι νομοί είναι Χαλκιδική, Κυκλάδες, Φωκίδα, Ρέθυμνο, Πρέβεζα, Βοιωτία, Κορινθία, Εύβοια, Κιλκίς, Φλώρινα, ενώ οι λιγότεροι επιβαρυμένοι είναι Αττική, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Ιωάννινα, Έβρος, Αχαΐα, Χανιά, Ηράκλειο.
Ο υγειονομικός σχεδιασμός είναι κάτι πιο σύνθετο και δεν θα έπρεπε να υπάρχει τέτοιο πολιτικό διακύβευμα. Οι πιο αυτοδύναμες υγειονομικά περιφέρειες, είναι αυτές που διαθέτουν πανεπιστημιακά τριτοβάθμια νοσοκομεία. Όπως έχουμε προτείνει και σε παλιότερη μελέτη, γύρω από αυτά θα πρέπει να φτιαχτεί ένα σύστημα με ομόκεντρους κύκλους, στο κέντρο των οποίων να βρίσκονται οι πιο εξειδικευμένες δομές, γύρω από αυτές τα δευτεροβάθμια νοσοκομεία, τα οποία πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσαρμογής του ρόλου τους ανάλογα με τις ανάγκες, τις πληθυσμιακές μεταβολές και τις υποδομές μετακίνησης. Και έξω από αυτά, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας που μπορεί να συγκροτήσει ένα τεράστιο δίκτυο υπηρεσιών συνδυάζοντας δημόσιες και ιδιωτικές δομές.
Επισημαίνεται ότι υπάρχει ελευθερία μετακίνησης αλλά και επιλογών εντός του ελληνικού συστήματος υγείας, κάτι που δεν είναι σύνηθες σε άλλα δημόσια συστήματα υγείας της Ευρώπης.
Όντως, έτσι είναι, και φαινομενικά μπορεί να φαντάζει ως δικαίωμα, ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί συγχυτικά. Γιατί ο πολίτες νιώθουν την ανάγκη να μετακινηθούν στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλες περιοχές πιο κοντά τους με ισχυρή υγειονομική επάρκεια που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Προσαρμογή του συστήματος στις ανάγκες του πληθυσμού- πλοηγός ο προσωπικός ιατρός
Τι θα πρέπει να γίνει
Προσαρμογή του συστήματος στις ανάγκες του πληθυσμού-που δεν είναι ίδιες πχ στο Περιστέρι και στη Μάνη. Σε αυτό το πλαίσιο, χρειάζεται ένα προδιαγεγραμμένο μονοπάτι πρόσβασης του πολίτη στο σύστημα υγείας. Δηλαδή, ο πολίτης δεν θα πρέπει, τη στιγμή που εμφανίζεται το σύμπτωμα, να αναζητά καθοδήγηση από το περιβάλλον του, για το ποιον ειδικό να επισκεφθεί — συχνά μάλιστα σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο κατοικίας του. Αυτή η διαδικασία αυξάνει το κόστος, καθυστερεί τη φροντίδα και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας. Κρίσιμο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ο προσωπικός γιατρός, ως «πλοηγός» του πολίτη μέσα στο σύστημα υγείας. Όχι όμως, με μια λογική αυστηρού gatekeeping, δηλαδή αποκλεισμών, αλλά με μια λειτουργία καθοδήγησης και συντονισμού. Η λογική αυτή συχνά παρερμηνεύεται στην Ελλάδα και συμβάλλει στην άσκοπη περιπλάνηση του ασθενούς μέσα στο σύστημα υγείας.
Ένας στους 4 δεν βρίσκει εύκολα φροντίδα υγείας λόγω κόστους
Πόσο επηρεάζει η οικονομική κατάσταση του ασθενή την ικανότητά του να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας
Στις έρευνες μας, ένα 25% του πληθυσμού στην Ελλάδα, δηλώνει ότι χρειάστηκε φροντίδα υγείας, αλλά δεν την έλαβε εύκολα, λόγω των χρημάτων που έπρεπε να διαθέσει. Παρατηρείται επίσης ότι ένα μέρος των πολιτών επιβαρύνεται οικονομικά είτε για να επιλέξει συγκεκριμένο γιατρό, είτε για να αποφύγει τις αναμονές στο σύστημα. Είναι μία συμπεριφορά που την έχουμε μετρήσει, είναι πολύ συχνή και άρα πρέπει να μας απασχολήσει. Παράλληλα, περίπου το 40% των πολιτών δηλώνει ότι είναι διατεθειμένο να πληρώσει επιπλέον από την τσέπη του, ακόμη και για υπηρεσίες που προσφέρονται δωρεάν, προκειμένου να έχουν ταχύτερη πρόσβαση, καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών και δικαίωμα να επιλέξουν το γιατρό τους, όπως απαντούν. Αυτές είναι εγκατεστημένες συμπεριφορές που σε άλλες χώρες δεν θα τις δείτε. Στην Ελλάδα επιλέγουμε γιατρό και δεν έχουμε συμφιλιωθεί με την αναμονή, όπως πχ οι πολίτες σκανδιναβικών κρατών, όπου οι πολίτες εμπιστεύονται περισσότερο το σύστημα και εξυπηρετούνται από τον διαθέσιμο γιατρό όταν και όπου αυτός υπάρχει.
Τα προβλήματα είναι οριζόντια ή κάποιες ομάδες ασθενών έχουν μεγαλύτερα;
Προφανώς, δεν είναι για όλους τα ίδια. Για παράδειγμα, μελέτη μας σε ασθενείς με καρκίνο, η οποία υλοποιήθηκε με την υποστήριξη του ΣΦΕΕ, έδειξε ότι περίπου οι μισοί μετακινούνται σε άλλο νομό για να λάβουν φροντίδα υγείας, συχνά σε αποστάσεις άνω των 100 χιλιομέτρων. Το 82% χρειάζεται να απουσιάσει από την εργασία του για να λάβει υπηρεσίες υγείας, ενώ για ένα 45,9% η απουσία αυτή υπερβαίνει τον ένα μήνα.
Τα στοιχεία για την ψυχολογική επιβάρυνση ωστόσο είναι συγκλονιστικά από τις μελέτες μας, καθώς ένα ποσοστό 74% του πληθυσμού όταν μαθαίνει τη διάγνωση νιώθει αγωνία και φόβο για το μέλλον. «Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, έχω έναν πανικό για τα διαδικαστικά, τι θα κάνω με τα ραντεβού, το κόστος, αν θα μπορώ να συνεχίσω να δουλεύω», μας απάντησαν πολλοί.
Από την άλλη η εμπιστοσύνη των ασθενών με καρκίνο προς τον ογκολόγο τους είναι της τάξης του 90%. Το ίδιο και η ικανοποίηση. Ωστόσο, οι ανάγκες των ασθενών δεν περιορίζονται μόνο στο ιατρικό σκέλος.Ένα 67,6% θα ήθελε και ψυχολογική υποστήριξη, ένα 57,% οδηγίες για διατροφή, φυσική άσκηση και διαχείριση του χρόνου του, ένα 43% ψυχολογική υποστήριξη/ενημέρωση για τον φροντιστή του για να μπορέσει να διαχειριστεί την ψυχολογία και των δύο, ένα 39% σεβασμό από το διοικητικό προσωπικό του νοσοκομείου – μείωση της γραφειοκρατικής ταλαιπωρίας, ένα 38% θα ήθελε κεντρική οργάνωση των ραντεβού θεραπείας και εξετάσεων και αποστολή υπενθυμίσεων, ένα 37,8% ειλικρίνεια για τις εναλλακτικές επιλογές και πρόθεση να ληφθούν υπόψη οι δικές του επιθυμίες (π.χ. σε σχέση με την ποιότητα ζωής). Αυτά τα σημαντικά ευρήματα η κεντρική διοίκηση θα πρέπει να τα λαμβάνει υπόψιν και να τα μετατρέψει σε πολιτικές.
Τι προτείνεται ως άμεση και απτή βελτίωση για να γίνει πιο εύκολη και δίκαιη η πρόσβαση του ασθενή στο σύστημα υγείας
Να σκανάρεται η εμπειρία, η άποψη, το μονοπάτι και τα εμπόδια της πρόσβασης και μετά να μετατρέπονται σε πολιτικές. Ζούμε σε μία μοναδική περίοδο με ψηφιακά άλματα στην υγεία. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση έχει ήδη αλλάξει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, αφήνοντας πίσω πρακτικές όπως τα έντυπα βιβλιάρια υγείας.
Παράλληλα, υπάρχει υψηλή αποδοχή για νέα ψηφιακά εργαλεία: Ένα 85,8% του πληθυσμού κρίνει ωφέλιμο τον ηλεκτρονικό ιατρικό φάκελο, ένα 76% το ηλεκτρονικό κλείσιμο ραντεβού. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις ψηφιακής υγείας έχουν ισχυρή κοινωνική αποδοχή. Άλλωστε τα ψηφιακά μέσα δεν βελτιώνουν σημαντικά μόνο την πρόσβαση του πολίτη, αλλά ενισχύουν και τη λειτουργία του συστήματος συνολικά, επιτρέποντας καλύτερο έλεγχο, διαφάνεια και περιορισμό της σπατάλης πόρων. Δεν υπάρχουν περιθώρια για σπατάλη και το σύστημα πρέπει να αξιοποιεί τους πόρους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ειδήσεις σήμερα
Γάμος: Πώς συνδέεται με τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου; Οι ειδικοί του ΕΚΠΑ εξηγούν
Αποτελεσματικά και ασφαλή τα εμβόλια – Το μήνυμα της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Εμβολιασμού
Καρκίνος πνεύμονα: Χωρίς ψυχολογική υποστήριξη 7 στους 10 ασθενείς – Πέντε προτάσεις αντιμετώπισης