Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, από δύο ανθρώπους που όλα αυτά τα χρόνια στέκονται δίπλα σε κάθε μου σκέψη. Είμαι τυχερή που έχω και έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον σύμμαχό μου, τον άνθρωπο που μου έμαθε ότι το να προχωράς δεν σημαίνει να είσαι μόνος.
Αποφοίτησα αριστούχος από την Εράσμειο Ελληνογερμανική Σχολή το 2011 και, στα 17 μου, βρέθηκα στην Κρήτη, στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ακολούθησα την κατεύθυνση της Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, με έναν ενθουσιασμό που είχε ρίζες πολύ πιο παλιές από τις σχολικές αίθουσες.
Από τη Θεσσαλονίκη στη Νέα Υόρκη, μια εντυπωσιακή διαδρομή στην έρευνα
Στην πορεία, η αγάπη μου για τη βιολογία συνάντησε τα μαθηματικά και την πληροφορική. Μέσα από την Υπολογιστική Βιολογία ανακάλυψα έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις επιστήμη: χωρίς πάγκο, αντιδραστήρια και πειραματόζωα, αλλά με υπολογιστή και κώδικα. Έτσι έμαθα μόνη μου την πρώτη μου γλώσσα προγραμματισμού. Η πτυχιακή εργασία μου εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του καθηγητή Χριστόφορου Νικολάου και αποτέλεσε την πρώτη μου ουσιαστική επαφή με την Υπολογιστική Βιολογία.
Μετά την αποφοίτησή μου, εργάστηκα για έναν χρόνο στο Τμήμα Βιοχημείας της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Γεωργίου Κολιάκου, μια εργασία που συν τω χρόνω οδήγησε σε τρεις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εν συνέχεια επέστρεψα στην Κρήτη για μεταπτυχιακές σπουδές στη Βιοπληροφορική, όπου η διπλωματική εργασία μου εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του καθηγητή Ιωάννη Τσαμαρδίνου, από τον οποίο εκπαιδεύτηκα στη Μηχανική Μάθηση, ένα εργαλείο που άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι την επιστήμη.
Ερχόμενη στην Αθήνα, εντάχθηκα αρχικά στην ομάδα της καθηγήτριας Μαρίας Τσουμακίδου στο Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» και στη συνέχεια στην ομάδα του καθηγητή Γεωργίου Κόλλια, μαθαίνοντας περισσότερα για την ανοσολογία και το τι σημαίνει να σε επιβλέπει κάποιος που έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη των θεραπειών για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Έπειτα εργάστηκα ως κύρια Βιοπληροφορικός στη Μονάδα Ιατρικής Ακριβείας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ (pMedGR), υπό την επίβλεψη του Δρ. Γεωργίου Παυλόπουλου, όπου εκπαιδεύτηκα από ερευνητές διαφορετικών πεδίων, συμβάλλοντας στην ανάλυση δεδομένων με στόχο την προαγωγή της ιατρικής ακριβείας, κυρίως σε νοσήματα συσχετιζόμενα με το ανοσοποιητικό σύστημα.
Παράλληλα, εκπόνησα τη διδακτορική διατριβή μου υπό την επίβλεψη του καθηγητή Πέτρου Π. Σφηκάκη, κατά την οποία καταφέραμε να εντοπίσουμε συγκεκριμένα γονίδια που εκφράζονται διαφορετικά σε ανθρώπους με αυτοάνοσα νοσήματα σε σύγκριση με λοιμώξεις.
Σήμερα βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, στο New York University Langone Health, ένα από τα κορυφαία, ολοκληρωμένα ακαδημαϊκά ιατρικά κέντρα, όπου συνεχίζω τη μεταδιδακτορική έρευνα μου στον τομέα της ξενομεταμόσχευσης, προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να δαμάσουμε την ανοσολογική απόκριση του ανθρώπινου οργανισμού όταν δέχεται ένα μόσχευμα από χοίρο.
Η έρευνα είναι τρόπος ζωής
Η έρευνα είναι τρόπος να ζω, τρόπος να υπάρχω. Δεν είναι επάγγελμα. Είναι το πρώτο «γιατί» που δεν έμεινε αναπάντητο. Είναι η ανάγκη να μην αρκεστώ ποτέ στο «νομίζω». Μπήκε στη ζωή μου πολύ πριν το καταλάβω, πριν ίσως το σχολείο, τότε που ήδη κάθε απορία έπρεπε να γίνει μικρό πείραμα, κάθε ιδέα να αποδειχθεί.

Η έρευνα είναι απαιτητική. Είναι μοναχική. Έχει περισσότερες απογοητεύσεις απ’ όσες θα ήθελε κανείς να παραδεχτεί. Αν δεν είσαι ερωτευμένος μαζί της, δύσκολα την αντέχεις. Αλλά έχει και εκείνες τις σπάνιες στιγμές, που για λίγο στέκεσαι μπροστά σε κάτι που δεν υπήρχε πριν από σένα. Και αυτές οι στιγμές, όσο φευγαλέες κι αν είναι, αρκούν για να σε κρατήσουν.
Η έρευνα είναι ο τρόπος που η ανθρωπότητα φροντίζει τον εαυτό της. Είναι ο τρόπος που απαντάμε σε ερωτήματα που κάποτε ήταν αδιέξοδα. Είναι ο δρόμος προς το να ζούμε περισσότερο, καλύτερα, με λιγότερο πόνο. Για κάποιους είναι περιέργεια. Για μένα είναι λύση. Η έρευνα δίνει λύσεις. Αργά, επίμονα, με κόστος, αλλά ουσιαστικά.
Και το αποτύπωμά της δεν είναι μόνο στα φάρμακα ή στις θεραπείες. Είναι στον τρόπο που σκεφτόμαστε. Στον τρόπο που μαθαίνουμε να αμφισβητούμε, να ελέγχουμε, να εξελισσόμαστε.
7 ορόσημα που με διαμόρφωσαν
Υπάρχουν στιγμές που, όταν τις κοιτάς πίσω, μοιάζουν σχεδόν εμβληματικές.
Μία από τις πρώτες ήταν όταν ήμουν περίπου τεσσάρων χρονών, με ένα σκισμένο γόνατο, και η γιαγιά μου η Ηρώ, γιατρός ακτινολόγος, μου εξηγούσε ότι μέσα στην πληγή δίνεται μια μάχη, με λευκούς ιππότες που πολεμούν μικροσκοπικούς εισβολείς. Εκεί αγάπησα την ανοσολογία, χωρίς να ξέρω καν τη λέξη.
Στο πανεπιστήμιο, το πρώτο μάθημα Υπολογιστικής Βιολογίας. Άλλοι ερωτεύονται σε μπαρ ή σε ταξίδια· εγώ, σε ένα αμφιθέατρο ερωτεύτηκα τους αλγορίθμους.
Η πρώτη απόρριψη της πρώτης εργασίας μου από επιστημονικό περιοδικό. Εκεί κατάλαβα ότι στην έρευνα η αποτυχία δεν είναι εξαίρεση, είναι μέρος της διαδικασίας.
Θυμάμαι και τον πρώτο αλγόριθμο που ανέπτυξα, ο οποίος εντόπιζε διαφορετικά πρότυπα τοποθέτησης νουκλεοσωμάτων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά επηρέαζαν τον ρυθμό επιμήκυνσης της μεταγραφής. Ήταν η πρώτη φορά που ο κώδικάς μου, κάτι που είχα δημιουργήσει, δούλευε και επέστρεφε λογικά αποτελέσματα.
Και ύστερα, η πρώτη φορά που ανακάλυψα κάτι πραγματικά καινούργιο: όταν κατάφερα να αναπτύξω έναν αλγόριθμο που μπορούσε να προβλέπει σημεία φωσφορυλίωσης στη λαμινίνη (μια πρωτεΐνη η δυσλειτουργία της συνδέεται με τη μετάσταση του καρκίνου) και εντοπίσαμε νέα πιθανά σημεία φωσφορυλίωσης, συσχετιζόμενα με τη μεταστατική ικανότητα του καρκίνου. Εκείνη η στιγμή ήταν σχεδόν μαγική.
Από τις πιο σημαντικές στιγμές ήταν η υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής μου, μια διαδικασία που δεν δοκιμάζει μόνο τη γνώση σου, αλλά και τον τρόπο που σκέφτεσαι. Λίγο αργότερα, κλήθηκα να την παρουσιάσω και σε Ivy League πανεπιστήμιο στις ΗΠΑ· να στέκεσαι εκεί και να υπερασπίζεσαι το έργο σου απέναντι σε ένα διαφορετικό πνευματικό πλαίσιο είναι μια εμπειρία που σε meta-μορφώνει.
Και πιο πρόσφατα, το πρώτο meeting μου με την ομάδα στη Νέα Υόρκη. Mια νέα αρχή, σε ένα περιβάλλον που σε αναγκάζει να επαναπροσδιορίσεις τον εαυτό σου ως επιστήμονα.
Η δύσκολη ελληνική πραγματικότητα
Η έρευνα στην Ελλάδα είναι γεμάτη αντιφάσεις.
Δεν υστερούμε σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού. Τα μυαλά που υπάρχουν είναι αντίστοιχα με αυτά άλλων χωρών. Άνθρωποι με πάθος, με επιμονή, με ικανότητες. Υπάρχει γνώση, υπάρχει θέληση. Υπάρχει μια βαθιά εσωτερική ανάγκη για δημιουργία.

Αυτό που συχνά λείπει είναι η σταθερότητα. Ένα καθαρό πλαίσιο. Μια συνέχεια που να επιτρέπει σε αυτή τη γνώση να ανθίσει χωρίς να εξαντλείται. Η χρηματοδότηση παραμένει ανερμάτιστη, αποσπασματική… και αυτό κουράζει, όχι μόνο τα συστήματα, αλλά και τους ανθρώπους.
Η ελληνική κοινωνία δαιμονοποιεί τη φυγή των ερευνητών στο εξωτερικό. Δεν είναι κακό να φεύγουμε. Ίσα ίσα, είναι αναγκαίο. Φεύγουμε για να δούμε, να μάθουμε, να εξελιχθούμε, να γίνουμε πιο σφαιρικοί. Το πρόβλημα δεν είναι ότι φεύγουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε πού να επιστρέψουμε.
Όσο καλλιεργούμε τη λαγνεία της φωτογραφίας με τις χειραψίες, τις ανακοινώσεις, τις προθέσεις, τόσο λιγότερο αφιερωνόμαστε στη σταθερή, ουσιαστική στήριξη της έρευνας, συνεχίζοντας να παράγουμε ιδέες που δεν βρίσκουν έδαφος. Ίσως αυτό είναι και μια διαφορά νοοτροπίας που έχω βιώσει έντονα ερχόμενη στις ΗΠΑ. Εδώ έμαθα το «δοκιμάζω και βλέπω». Όχι το συζητώ επ’ άπειρον. Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη αγάπη στις ατέρμονες συζητήσεις.
Εν κατακλείδι, πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να επενδύσει ουσιαστικά στην έρευνα. Όχι προσπαθώντας να γίνει κάτι άλλο, αλλά αποφασίζοντας με ειλικρίνεια τι θέλει να είναι, και στηρίζοντάς το με συνέπεια.
Ο προσωπικός στόχος
Δεν έχω ένα μοναδικό, συγκεκριμένο τέλος στο μυαλό μου. Θέλω να καταλάβω την ανοσολογία, αυτόν τον παράδοξο στρατό με τους λευκούς ιππότες που περιέγραφε η γιαγιά Ηρώ, που άλλοτε μας προστατεύει και άλλοτε μας πολεμά. Να ρίξω φως στο «γιατί» και στο «πώς», για να μπορώ κάθε βράδυ να σκέφτομαι ότι αυτό που κάνω ίσως, κάπου, κάποτε κάνει τη ζωή κάποιου λίγο καλύτερη.
Το επόμενο βήμα στο οποίο στοχεύω είναι να έχω τη δική μου ομάδα. Να δημιουργούμε μαζί, να ρωτάμε, να αποτυγχάνουμε και να ξαναπροσπαθούμε.
Παράλληλα, να διδάσκω, γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με τις ερωτήσεις ενός νέου ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά επιστημονικά. Αν έπρεπε να το μετρήσω, θα έλεγα πως είμαι περίπου πέντε χρόνια μακριά. Πέντε χρόνια, πολλά ξενύχτια και πολλές αποτυχίες ακόμα.
Διαβάστε επίσης
Η Ελληνίδα ερευνήτρια που ανοίγει τον δρόμο για θεραπεία του Αλτσχάιμερ με υπερήχους
Τι κρατάει τους Έλληνες επιστήμονες στο εξωτερικό και τι τους φέρνει πίσω – 2 γιατροί απαντούν
Με ποιες κινήσεις η Ελλάδα μπαίνει δυναμικά στον χάρτη των κλινικών μελετών