Ο καρκίνος του παχέος εντέρου εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους συχνότερους καρκίνους στη Γερμανία και παραμένει από τις βασικές αιτίες θανάτου από κακοήθεια. Μια νέα ανάλυση, βασισμένη σε προσομοιωτικό μοντέλο του Γερμανικού Κέντρου Έρευνας για τον Καρκίνο (DKFZ), επιχειρεί να απαντήσει σε ένα πρακτικό ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερους πολίτες: ποια στρατηγική προληπτικού ελέγχου έχει μεγαλύτερο όφελος, το τεστ κοπράνων ή η κολονοσκόπηση;

Η μελέτη εστιάζει λιγότερο στο «ποια μέθοδος είναι καλύτερη» και περισσότερο στο «ποιο είναι το κλειδί που σώζει ζωές». Όπως συνοψίζει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Hermann Brenner, «και οι δύο στρατηγικές είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν αφορά τόσο στη μέθοδο, όσο στο να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι στον προληπτικό έλεγχο».

Δύο επιλογές, κοινός παρονομαστής: Συνέπεια

Στη Γερμανία, από τα 50 έτη και άνω, οι πολίτες μπορούν να επιλέξουν είτε ανοσολογικό τεστ κοπράνων (FIT) ανά δύο χρόνια, είτε έως δύο προληπτικές κολονοσκοπήσεις με μεσοδιάστημα 10 ετών. Αν το τεστ κοπράνων βγει θετικό, η κολονοσκόπηση είναι το επόμενο βήμα.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το καθιερωμένο μοντέλο προσομοίωσης COSIMO, «τρέχοντας» διαφορετικά σενάρια τακτικού ελέγχου από τα 50 έως τα 85. Η στόχευση ήταν να αποτυπωθεί το μακροπρόθεσμο, πληθυσμιακό όφελος της κάθε διαδρομής, όταν εφαρμόζεται συστηματικά.

Πόσες ζωές «σώζει» ο προληπτικός έλεγχος

Στο πιο αισιόδοξο σενάριο πλήρους συνέπειας, τα ευρήματα δείχνουν ότι ο έλεγχος μπορεί να «μεταφραστεί» σε θεαματική μείωση τόσο των νέων περιστατικών όσο και των θανάτων. Σύμφωνα με την προσομοίωση υπολογίζεται ότι:

  • τα περιστατικά καρκίνου του παχέος εντέρου μπορούν να μειωθούν περίπου κατά 69% με τεστ κοπράνων και έως 77% με κολονοσκόπηση,
  • ενώ οι θάνατοι μπορούν να μειωθούν έως 82% και με τις δύο στρατηγικές, όταν αυτές εφαρμόζονται σταθερά.

Η μελέτη φωτίζει και το (πιο) πρακτικό δίλημμα της καθημερινής απόφασης. Η κολονοσκόπηση είναι μια πιο απαιτητική διαδικασία, όμως έχει ένα σαφές πλεονέκτημα: μπορεί να εντοπίσει και να αφαιρέσει προκαρκινικές βλάβες την ίδια στιγμή, άρα λειτουργεί και προληπτικά, όχι μόνο διαγνωστικά.

Από την άλλη πλευρά, το τεστ κοπράνων είναι πιο εύκολο και λιγότερο παρεμβατικό, αλλά χρειάζεται συχνότερη επανάληψη και, εφόσον είναι θετικό, οδηγεί σε κολονοσκόπηση.

Όταν οι στρατηγικές συνδυάζονται, το όφελος μπορεί να απογειωθεί

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα σενάρια, όπου οι μέθοδοι «κουμπώνουν» μεταξύ τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που εξετάστηκε είναι κολονοσκόπηση σε νεότερη ηλικία (π.χ. 50 και 60 ετών) και συμπληρωματικός έλεγχος με τεστ κοπράνων σε μεγαλύτερη.

Σε ένα τέτοιο συνδυαστικό σενάριο, η προσομοίωση δείχνει ότι η μείωση μπορεί να φτάσει έως 81% στα περιστατικά και έως 89% στους θανάτους.

Η λογική είναι ότι η κολονοσκόπηση «καθαρίζει» νωρίς τις προκαρκινικές βλάβες, ενώ το τεστ κοπράνων λειτουργεί ως πιο απλή, επαναλαμβανόμενη δικλίδα ασφαλείας.

Συμπέρασμα

Η πρόληψη μπορεί να αλλάξει πραγματικά τους αριθμούς όσον αφορά τόσο τα περιστατικά όσο και τους θανάτους λόγω καρκίνου παχέος εντέρου. Και σε αυτή τη μάχη, το πιο ισχυρό «εργαλείο» είναι η σταθερή συμμετοχή στον προληπτικό έλεγχο.

Διαβάστε επίσης

Καρκίνος παχέος εντέρου: Εντοπίστηκε ιός που σχετίζεται με τη νόσο – Ελπίδες για πρώιμη διάγνωση

Καρκίνος παχέος εντέρου: Τον λόγο που «χτυπά» τόσο συχνά τους κάτω των 50 αναζητούν οι επιστήμονες

Καρκίνος του πεπτικού στην Ελλάδα: Υψηλότερος δείκτης νοσηλειών σε σύγκριση με άλλες μεσογειακές χώρες