Ένα από τα πράγματα για τα οποία φημίζονται οι ΗΠΑ είναι αναμφισβήτητα οι εντυπωσιακές, υπερμεγέθεις μερίδες απολαυστικού φαγητού στα εστιατόριά της. Αυτή η μόδα ξεκίνησε ως μια στρατηγική μάρκετινγκ και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα αναπόσπαστο στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας, με τους ταξιδιώτες να ανυπομονούν να «βουτήξουν» σ’ ένα μεγάλο πιάτο μπέργκερ, περιτριγυρισμένο από τηγανητές πατάτες.

Κι όμως, αυτό το γαστρονομικό φαινόμενο φαίνεται πως αποτελεί πλέον παρελθόν. Τα εστιατόρια στις ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει να μειώνουν τις μερίδες φαγητού που σερβίρουν, ακολουθώντας την τάση της εποχής, που αντιστέκεται στη σπατάλη φαγητού και φέρνει στο προσκήνιο τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας.

Το τέλος της παραμόρφωσης των μερίδων;

Το μέγεθος των μερίδων στις ΗΠΑ αυξήθηκε δραματικά κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, τροφοδοτούμενο από τη μεταπολεμική εκβιομηχάνιση και το χαμηλό κόστος βασικών προϊόντων, όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι, η ζάχαρη και το κρέας.

Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι οι αμερικανικές μερίδες έχουν από καιρό ξεπεράσει τα παγκόσμια πρότυπα: Μελέτη του 2024 που δημοσιεύθηκε στο Foods διαπίστωσε ότι οι μερίδες στις ΗΠΑ ήταν συνήθως 13% μεγαλύτερες απ’ αυτές στη Γαλλία. Οι ειδικοί στον τομέα της υγείας υποστηρίζουν ότι «αυτή η παραμόρφωση συνέβαλε τόσο στη σπατάλη τροφίμων, όσο και στην κρίση παχυσαρκίας της χώρας».

Οι καταναλωτές φαίνονται έτοιμοι για αναπροσαρμογή: Έρευνα του 2024 από την National Restaurant Association διαπίστωσε ότι το 75% των πελατών των εστιατορίων ήθελε μικρότερες μερίδες σε χαμηλότερες τιμές.

Μια στροφή προς «ελαφρύτερα» πιάτα

Οι μεγάλες αλυσίδες έχουν ήδη ανταποκριθεί. Η P.F. Chang’s, ασιατική αλυσίδα εστιατορίων με περίπου 200 καταστήματα στις ΗΠΑ, εισήγαγε πέρυσι μεσαίου μεγέθους μερίδες στα κύρια πιάτα της. Εν τω μεταξύ, η KFC ανακοίνωσε ότι «προσαρμόζει το μέγεθος των μερίδων και την τραγανότητα» στα 4.000 καταστήματά της στη χώρα. Επιπλέον, στα 900 εστιατόρια του Olive Garden, που είναι διάσημο για την απεριόριστη σούπα, τη σαλάτα και τα κριτσίνια, οι πελάτες μπορούν πλέον να παραγγείλουν 7 υπάρχοντα πιάτα σε μικρότερες μερίδες.

Η κίνηση αυτή αντανακλά την αυξανόμενη πίεση στον κλάδο της εστίασης. Σύμφωνα με την εταιρεία έρευνας αγοράς Black Box Intelligence, ο κλάδος έχει υποστεί 5 συνεχόμενους μήνες επιβράδυνσης της κίνησης και των πωλήσεων. Οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος στέγασης, αυξημένα έξοδα για είδη διατροφής και επίμονο πληθωρισμό. Τα ίδια τα εστιατόρια αντιμετωπίζουν αυξανόμενα έξοδα εργασίας, υψηλότερα έξοδα ενέργειας και τιμές κρέατος σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Η προσφορά μικρότερων μερίδων προσφέρει διπλό όφελος: Χαμηλότερες τιμές μενού για τους πελάτες και καλύτερο έλεγχο κόστους για τους επιχειρηματίες. «Η προφανής απάντηση είναι η μείωση των μερίδων, που κάνει τα μενού πιο προσιτά και φέρνει πίσω τους πελάτες. Αυτό φαίνεται, επίσης, να ταιριάζει με την τάση της εποχής, που στρέφεται προς τη χρήση των φαρμάκων GLP-1», δήλωσε ο JP Frossard, αναλυτής καταναλωτικών τροφίμων στη Rabobank.

Το φαινόμενο GLP-1

Τα φάρμακα GLP-1 δρουν καταστέλλοντας την όρεξη και συμβάλλοντας έτσι στην απώλεια βάρους. Το τελευταίο διάστημα, γνωρίζουν αυξημένη δημοφιλία κι έχουν αναδιαμορφώσει τις διατροφικές συνήθειες παγκοσμίως. Ο οργανισμός RAND εκτιμά ότι σχεδόν το 12% των Αμερικανών χρησιμοποιούν αυτά τα φάρμακα, ενώ, σύμφωνα με έρευνα της Morning Consult, οι χρήστες τείνουν να τρώνε περισσότερο στο σπίτι και, όταν τρώνε έξω, παραγγέλνουν λιγότερο φαγητό. Για τα εστιατόρια που βασίζονται στην αφθονία, αυτό αντιπροσωπεύει μια δομική αλλαγή. Η καταστολή της όρεξης αλλάζει όχι μόνο το τι παραγγέλνουν οι καταναλωτές, αλλά και το πόσο άνετα αισθάνονται να καταναλώνουν.

Ορισμένα καταστήματα υιοθετούν την τάση πιο άμεσα. Το ιταλικό εστιατόριο Tucci της Νέας Υόρκης εισήγαγε ένα «μενού Ozempic», το οποίο διατίθεται κατόπιν αιτήματος: Αντί για το παραδοσιακό τρίο από κεφτεδάκια ή αραντσίνο, οι πελάτες μπορούν να παραγγείλουν μία μερίδα για περίπου το 1/3 της τιμής. «Δεν υποστηρίζω τα GLP-1, αλλά το ότι ο πελάτης πρέπει να αποφασίζει τι είναι σωστό γι’ αυτόν. Η όρεξή του είναι κατεσταλμένη και δεν θέλουμε να φεύγει με την αίσθηση ότι έχει σπαταλήσει φαγητό ή καταναλώσει υπερβολική ποσότητα», δήλωσε ο ιδιοκτήτης, Max Tucci.

Ισορροπία μεταξύ αξίας και προσδοκίας

Ωστόσο, η μετάβαση είναι «λεπτή». Η αμερικανική κουλτούρα του φαγητού παραμένει συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία και την αντιληπτή αξία. Ακόμη κι αν ορισμένοι πελάτες προτιμούν ελαφρύτερα πιάτα, άλλοι εξακολουθούν να περιμένουν τις πλούσιες μερίδες για τις οποίες φημίζεται η χώρα.

Για τους ιδιοκτήτες εστιατορίων, η πρόκληση έγκειται στην εξεύρεση ισορροπίας: Στη διατήρηση της ταυτότητας και, παράλληλα, την προσαρμογή στις οικονομικές πιέσεις και τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις. Ένα πράγμα είναι σαφές: Η εποχή των συνεχώς αυξανόμενων μερίδων φαίνεται να δίνει τη θέση της σε μια πιο λιτή και μετρημένη προσέγγιση στο φαγητό.

Διαβάστε επίσης

Φάρμακα παχυσαρκίας: Τι συμβαίνει μετά τη διακοπή τους – Δύο διαφορετικές ιστορίες

Επιθέματα απώλειας βάρους – Μπορούμε να εμπιστευτούμε τη νέα μόδα; Οι ειδικοί απαντούν

Καρκίνος παχέος εντέρου: Μπορούν τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας να μειώσουν τον κίνδυνο; Έρευνα απαντά