Σαν σήμερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1962, πέθανε στο Μαϊάμι της Φλόριντα από καρδιακή προσβολή ο Γεώργιος Παπανικολάου, ο κορυφαίος Έλληνας γιατρός, βιολόγος και ερευνητής που έμεινε στην ιστορία ως ο εφευρέτης του «Τεστ Παπανικολάου» ή «Τεστ Παπ». Η μέθοδός του για την πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας έχει σώσει τη ζωή εκατομμυρίων γυναικών παγκοσμίως και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της σύγχρονης ιατρικής.
Από την Κύμη στα μεγάλα πανεπιστήμια του κόσμου
Ο Γεώργιος Παπανικολάου γεννήθηκε στην Κύμη Ευβοίας στις 13 Μαΐου 1883. Πατέρας του ήταν ο γιατρός Νικόλαος Παπανικολάου, που διετέλεσε δήμαρχος Κύμης και βουλευτής Ευβοίας.
Σε ηλικία μόλις 15 ετών εισήχθη, το 1898, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε το πτυχίο του το 1904, μόλις 21 ετών. Παρά την επιθυμία του πατέρα του να ακολουθήσει στρατιωτική ιατρική καριέρα, εκείνος αρνήθηκε, γράφοντας χαρακτηριστικά:
«Όχι δεν θέλω γίνω στρατιωτικός γιατρός. Θέλω να μείνω ελεύθερος… Θέλω την ελευθερία μου, την γλυκιά μου ελευθερία».
Φιλομαθής και ανήσυχο πνεύμα, ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη μουσική – έπαιζε βιολί επί οκτώ χρόνια – ενώ επηρεάστηκε από στοχαστές όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Καντ και ο Σοπενχάουερ.

Το 1907 μετέβη στη Γερμανία για ανώτερες σπουδές στη Βιολογία, σπουδάζοντας στην Ιένα, στο Φράιμπουργκ και στο Μόναχο. Το 1910 ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Φιλοσοφίας με εργασία για τη διαφοροποίηση του φύλου στις δαφνίδες. Τότε έγραψε στον πατέρα του:
«Δεν είμαι πλέον ονειροπόλος. Η επιστήμη με άρπαξε από τα χέρια του Νίτσε. Πατώ απάνω σε έδαφος στερεό…».
Η μετανάστευση στην Αμερική και η επιστημονική καταξίωση
Το 1913 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τη σύζυγό του, Ανδρομάχη Μαυρογένη. Τα πρώτα χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολα: εργάστηκαν σε εμπορικό κατάστημα με χαμηλές αποδοχές.

Σταδιακά όμως ο άγνωστος μετανάστης κατέκτησε τον επιστημονικό κόσμο. Εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης, όπου εξελίχθηκε σε τακτικό καθηγητή Ανατομίας και Ιστολογίας.
Από τις έρευνες στη γενετική και την ενδοκρινολογία στράφηκε στη μελέτη των κυττάρων και το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του σε γυναίκες. Το 1928 παρουσίασε για πρώτη φορά τη χρήση κυτταρολογικού επιχρίσματος για τη διάγνωση καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Η επιστημονική κοινότητα υποδέχθηκε την ανακάλυψη με σκεπτικισμό, καθώς έως τότε θεωρείτο ότι διάγνωση ήταν δυνατή μόνο με χειρουργική τομή.
Το 1943, μαζί με τον καθηγητή Έρμπερτ Τράουστ, δημοσίευσε τη μονογραφία «Διάγνωσις του καρκίνου της μήτρας μέσω των κολπικών επιχρισμάτων», που άνοιξε τον δρόμο για την παγκόσμια εφαρμογή της μεθόδου.
Το «Τεστ Παπ» και η θεμελίωση νέου επιστημονικού κλάδου
Ο Παπανικολάου θεμελίωσε την «αποφολιδωτική κυτταρολογία», δημιουργώντας ουσιαστικά έναν νέο επιστημονικό κλάδο. Η μέθοδος που έλαβε το όνομά του – «Μέθοδος Παπανικολάου» ή «Τεστ Παπ» – καθιέρωσε την προληπτική ιατρική στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.
Το 1954 δημοσίευσε το μνημειώδες έργο «Άτλαντας της Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας», βιβλίο-σταθμό για την ιατρική του 20ού αιώνα.
Παρότι έχασε δύο φορές το βραβείο Νόμπελ, το έργο του αναγνωρίστηκε διεθνώς ως εξαιρετικά πρωτοποριακό και σωτήριο για την υγεία των γυναικών.

Το τέλος μιας μεγάλης πορείας
Τον Νοέμβριο του 1961 εγκαταστάθηκε στο Μαϊάμι για να οργανώσει Καρκινολογικό Ινστιτούτο. Η ένταση της εργασίας και η κούραση υπήρξαν καθοριστικές. Στις 19 Φεβρουαρίου 1962 έφυγε από τη ζωή από καρδιακή προσβολή.
Ο θάνατός του αποτέλεσε μεγάλη απώλεια για την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει 158 επιστημονικά άρθρα και πέντε συγγράμματα, που παραμένουν σημείο αναφοράς.
Σήμερα, περισσότερες από έξι δεκαετίες μετά τον θάνατό του, το «Τεστ Παπ» εξακολουθεί να σώζει ζωές. Ο Γεώργιος Παπανικολάου δεν τιμήθηκε με Νόμπελ· τιμήθηκε όμως με κάτι σπουδαιότερο: την αιώνια ευγνωμοσύνη εκατομμυρίων γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ειδήσεις σήμερα
ALS: Παγκοσμίου φήμης ειδικός θα μιλήσει σε ελληνική διαδικτυακή συνάντηση Ομάδας Στήριξης
«Πρωταγωνιστές» τα καλλυντικά στον τζίρο 5,05 δισ. ευρώ του 2025 σε φαρμακευτικά είδη