Με τις διαγνώσεις ΔΕΠΥ να αυξάνονται και την προσοχή μας να κατακερματίζεται, ένα είναι το ερώτημα που αναδύεται: υπάρχει κάποιος που δεν έχει ΔΕΠΥ; H Δρ. Amanda Sacks-Zimmerman Ph.D., κλινική νευροψυχολόγος και αναπληρώτρια καθηγήτρια νευροψυχολογίας στο Weill Cornell Medicine αναλύει με άρθρο της στο Psychology Today τι έχει αλλάξει σήμερα στην καθημερινότητα μας και πώς θα πρέπει η διάγνωση με ΔΕΠΥ να υποστηρίξει και όχι να στιγματίσει.
Ένα περιβάλλον που δεν αφήνει τον εγκέφαλο να ησυχάσει
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής ασκεί συνεχή πίεση στην ανθρώπινη προσοχή και μνήμη, με αποτέλεσμα να εξαντλούνται οι νοητικοί μας πόροι, εξηγεί. Ειδοποιήσεις, emails, μηνύματα, κοινωνικά δίκτυα και πλατφόρμες επικοινωνίας εισβάλλουν αδιάκοπα στον νοητικό μας χώρο. Ταυτόχρονα, πολλοί βιώνουν το ψυχολογικό βάρος της συνεχούς έκθεσης σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Όλα αυτά δημιουργούν ένα μόνιμο υπόβαθρο περισπασμού, που μειώνει την ικανότητά μας να παραμένουμε παρόντες και συγκεντρωμένοι στο «εδώ και τώρα».
Επιπλέον, η εύκολη πρόσβαση σε οδηγίες, από απλά βίντεο μέχρι την καθοδήγηση του GPS, έχει αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσουμε εσωτερικές δεξιότητες σκέψης και επίλυσης προβλημάτων. «Όταν βασιζόμαστε υπερβολικά σε εξωτερικά γνωστικά “στηρίγματα”, η ικανότητά μας να δομούμε και να διατηρούμε λογικές ακολουθίες σκέψης μπορεί να εξασθενήσουν. Το φαινόμενο αυτό μοιάζει με ένα βασικό σύμπτωμα της ΔΕΠΥ: τη δυσκολία στην οργάνωση και τη διατήρηση στοχοκατευθυνόμενης σκέψης» λέει η ειδικός.
Σε ένα περιβάλλον που τα ερεθίσματα πολλαπλασιάζονται, όλοι μας καλούμαστε να διαχειριστούμε πολλαπλές ροές πληροφοριών ταυτόχρονα, συχνά υπό χρονική πίεση, με ελάχιστη ευκαιρία για επεξεργασία. Καθώς οι πληροφορίες συσσωρεύονται, πολλοί βιώνουν «παράλυση από ανάλυση», αδυνατώντας να ξεκινήσουν τη δράση επειδή υπάρχουν απλώς πάρα πάρα πολλά να σκεφτούν, τονίζει η Δρ. Sacks-Zimmerman.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον συνεχούς υπερδιέγερσης, ο «ιδανικός» άνθρωπος με την αδιάλειπτη προσοχή ίσως να μην υπάρχει παρά μόνο ως θεωρητική κατασκευή. Θεωρητικά, θα μιλούσαμε για ένα άτομο που μπορεί να αφήσει το κινητό του στην άκρη χωρίς εσωτερική ένταση, να επιστρέφει στη δουλειά του χωρίς δυσκολία μετά από μια διακοπή και να διατηρεί τους στόχους του καθαρούς στο μυαλό του. Έναν άνθρωπο που οργανώνει τη σκέψη του μεθοδικά και δεν κατακλύζεται από περισπασμούς.
ΔΕΠΥ: Διαταραχή ή ασυμφωνία με το περιβάλλον;
Η ΔΕΠΥ διαγιγνώσκεται όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν τη λειτουργικότητα, ακόμη κι αν δεν είναι συνεχώς παρόντα. Όταν όμως οι δυσκολίες προσοχής προκαλούνται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον, η γραμμή ανάμεσα στην παθολογία και την προσαρμογή γίνεται θολή.
Ίσως, λοιπόν, η ΔΕΠΥ να μην αφορά μόνο τον εγκέφαλο του ατόμου, αλλά και μια ασυμφωνία ανάμεσα στη νευροβιολογία μας και έναν κόσμο σε μόνιμη υπερδιέγερση. «Η βάση της “κανονικότητας” έχει μετατοπιστεί λόγω τεχνολογικών και πολιτισμικών δυνάμεων» σχολιάζει.
Σήμερα, είναι όλο και πιο δύσκολο να εντοπιστεί ένα άτομο του οποίου οι ικανότητες προσοχής και οι εκτελεστικές λειτουργίες παραμένουν ανεπηρέαστες. Το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο όταν αφορά τα παιδιά. Κάθε διάγνωση εμπεριέχει μια σιωπηρή σύγκριση με ένα «φυσιολογικό» παιδί. Αλλά ποιο είναι αυτό το παιδί; Σε ποιο περιβάλλον μεγάλωσε; Και ζει άραγε στις ίδιες συνθήκες με τα παιδιά που αξιολογούνται σήμερα;
Χωρίς αυτά τα ερωτήματα, υπάρχει ο κίνδυνος να παθολογικοποιούμε φυσιολογικές αντιδράσεις ενός νευρικού συστήματος που προσπαθεί να προσαρμοστεί σε ένα απορρυθμιστικό περιβάλλον. «Αν αυτό ισχύει, τότε η αυξανόμενη συχνότητα διαγνώσεων ΔΕΠΥ ίσως αντανακλά όχι μόνο ατομική νευροβιολογική ευαλωτότητα, αλλά και έναν πολιτισμό που έχει ξεπεράσει τα όρια των νευρολογικά θεμελιωμένων συστημάτων προσοχής του ανθρώπινου εγκεφάλου» σημειώνει.
Να μην κρατάμε τα παιδιά σε ένα φανταστικό πρότυπο
Η ίδια υπογραμμίζει ότι στην κλινική πρακτική ζητά να «επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε και εσωτερικεύουμε αυτές τις διαγνωστικές κατηγορίες». Αυτό σημαίνει ότι, όταν συγκρίνουμε τα παιδιά με ένα ανέφικτο ιδεώδες -απόλυτης συγκέντρωσης, τέλειας αυτορρύθμισης και άψογης οργάνωσης- κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε τη διαφορετικότητα σε έλλειμμα. Να καλλιεργήσουμε ντροπή και άγχος εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει κατανόηση και στήριξη. «Οι γονείς μπορεί να αρχίσουν να φοβούνται ότι μια διάγνωση καθορίζει τα όρια του μέλλοντος του παιδιού τους, αντί να περιγράφει ένα τρέχον μοτίβο λειτουργίας μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον» εξηγεί.
Αν αναγνωρίσουμε ότι η προσοχή και οι εκτελεστικές λειτουργίες βρίσκονται σε ένα συνεχές, και ότι η σύγχρονη ζωή δοκιμάζει ακόμη και τα πιο ανθεκτικά νευρικά συστήματα, τότε η διάγνωση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο υποστήριξης και όχι ως ταμπέλα. «Με αυτόν τον τρόπο, διατηρούμε χώρο ώστε τα παιδιά να γίνονται αντιληπτά όχι ως ελαττωματικές εκδοχές ενός αδύνατου προτύπου, αλλά ως αναπτυσσόμενοι άνθρωποι των οποίων οι δυνατότητες θα συνεχίσουν να εξελίσσονται» καταλήγει.
Διαβάστε επίσης
ΔΕΠΥ: Aπό ποιους κινδύνους γλιτώνουν όσοι ακολουθούν φαρμακευτική αγωγή
Πότε «χάνουν» τη δράση τους τα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ; Τι λέει η επιστήμη
ΔΕΠΥ, αυτισμός και σχιζοφρένεια: Δείκτης κινδύνου η έλλειψη αυτής της βιταμίνης στη βρεφική ηλικία