Μία εξέταση που υποτίθεται ότι είναι «ρουτίνας» κρατά περισσότερο απ’ όσο αναμενόταν. Είναι πιο επώδυνη απ’ όσο περιγράφεται. Η γυναίκα ασθενής ακούει ότι «συμβαίνει καμιά φορά», ότι ίσως φταίει το άγχος ή η μυϊκή ένταση. Όμως, πολύ συχνά, η πραγματική εξήγηση είναι πιο απλή – και καθαρά ανατομική.
Όπως επισημαίνει σε άρθρο της στο The Conversation, η Michelle Spear, καθηγήτρια Ανατομίας στο University of Bristol, πολλές συνηθισμένες ιατρικές εξετάσεις έχουν σχεδιαστεί με βάση το ανδρικό σώμα. Όταν εφαρμόζονται στο γυναικείο, δεν λειτουργούν πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Όταν η «ρουτίνα» δεν είναι ίδια για όλους
Το πρόβλημα δεν αφορά σπάνιες παθήσεις ή εξειδικευμένες επεμβάσεις. Αντίθετα, εμφανίζεται στην καθημερινή ιατρική πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κολονοσκόπηση, μία από τις πιο συχνές εξετάσεις για τη διάγνωση παθήσεων του εντέρου και την πρόληψη του καρκίνου.
Οι γυναίκες, σύμφωνα με μελέτες, βιώνουν συχνότερα πόνο, χρειάζονται αλλαγή θέσης κατά τη διάρκεια της εξέτασης ή δεν ολοκληρώνουν την εξέταση με την πρώτη προσπάθεια. Ο λόγος δεν είναι η «χαμηλή αντοχή στον πόνο», αλλά το γεγονός ότι, κατά μέσο όρο, έχουν μακρύτερο και πιο κινητό παχύ έντερο, καθώς και ευρύτερη και ρηχότερη πύελο, κάτι που δημιουργεί πιο απότομες καμπύλες.
Καθετήρες, βελόνες και «δύσκολες» ανατομίες
Παρόμοιες δυσκολίες εμφανίζονται και στην τοποθέτηση ουροκαθετήρα. Αν και η ουρήθρα επιτελεί την ίδια λειτουργία και στα δύο φύλα, στις γυναίκες είναι πολύ πιο κοντή και βρίσκεται σε ένα ανατομικά μεταβλητό περιβάλλον, επηρεαζόμενο από την ηλικία, τον τόνο του πυελικού εδάφους και τις ορμονικές αλλαγές. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα επαναλαμβανόμενων προσπαθειών και δυσφορίας, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Αντίστοιχα, σε οσφυονωτιαίες παρακεντήσεις και άλλες σπονδυλικές πράξεις, η διαφορετική καμπυλότητα της σπονδυλικής στήλης και η κλίση της λεκάνης στις γυναίκες μπορεί να αλλάξει τη «γεωμετρία» της επέμβασης, χωρίς η τεχνική να προσαρμόζεται αναλόγως.
Ακόμη και στην αναισθησία ή στη διαχείριση του αεραγωγού, ο εξοπλισμός συχνά βασίζεται σε «μέσες» διαστάσεις που δεν αντιστοιχούν στο γυναικείο σώμα, οδηγώντας σε ενοχλήσεις όπως βραχνάδα ή πόνο στον λαιμό μετά την επέμβαση.
Όχι εξαίρεση, αλλά κανόνας της ποικιλίας
Το κρίσιμο σημείο, σύμφωνα με τη Michelle Spear, είναι ότι αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν παθολογία. Είναι φυσιολογικές ανατομικές παραλλαγές που απλώς δεν έχουν ενσωματωθεί συστηματικά στον σχεδιασμό και τη διδασκαλία των ιατρικών πράξεων.
Στην πράξη, πολλοί γιατροί ήδη προσαρμόζουν τεχνικές και εργαλεία. Όμως αυτές οι προσαρμογές δεν είναι πάντα επίσημα καθιερωμένες, ούτε επαρκώς εξηγημένες στους ασθενείς. Έτσι, η δυσκολία συχνά αποδίδεται σε γενικόλογες αιτίες, όπως το άγχος ή η «ιδιοσυγκρασία».
Η αναγνώριση ότι τα σώματα διαφέρουν – σε ύψος, καμπυλότητα, κινητικότητα και χωρικές σχέσεις – δεν απαιτεί ριζικές καινοτομίες. Απαιτεί ακρίβεια στη γλώσσα και στον σχεδιασμό. Όταν η ιατρική λαμβάνει σοβαρά υπόψη αυτές τις διαφορές, αλλάζει και το αφήγημα από το «δεν θα έπρεπε να πονάει» στο «η ανατομία σου το κάνει πιο απαιτητικό – και θα προσαρμοστούμε σε αυτό».
Διαβάστε επίσης
Αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων: Το άγχος της αναμονής – 5 tips για να το διαχειριστείτε
Φυσικές λύσεις χωρίς αντιβιοτικά για τις ουρολοιμώξεις – Γιατί οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες
Κρεατίνη: Ο σούπερ σταρ – «σύμμαχος» των γυναικών που λίγες γνωρίζουν – Ποια τα οφέλη της