homescreen

Παχυσαρκία: Έτσι νικάμε την επίμονη πανδημία

Παχυσαρκία: Έτσι νικάμε την επίμονη πανδημία


Παναγιώτα Καρλατήρα

Τα τελευταία δύο χρόνια η λέξη «πανδημία» είναι συνυφασμένη με τον κορωνοϊό. Καθώς τα εμβόλια και οι θεραπείες έχουν επιτρέψει πλέον την αντιμετώπιση της COVID-19, στο προσκήνιο μπαίνει μία άλλη ασθένεια που απειλεί τη δημόσια υγεία και την οικονομία της χώρας με τις διαστάσεις που λαμβάνει, η παχυσαρκία

Για το θέμα μιλούν


Ευθύμιος Καπάνταης, Ειδικός Παθολόγος με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη, Διευθυντής Τμήματος Διαβήτη – Παχυσαρκίας – Μεταβολισμού Metropolitan, Πρόεδρος Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας Παχυσαρκίας

 


Ευάγγελος Μενενάκος, καθηγητής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Ε’ Χειρουργικής Κλινικής Νοσοκομείου «Ιπποκράτειο»

 


Μαρία Παπαδάκη, Ψυχολόγος, ΜSc, Συνεργάτις Metropolitan General

 

Η πανδημία παχυσαρκίας βρίσκεται δυστυχώς σε σταθερή άνοδο, με τους επιστήμονες να μη διαβλέπουν σύντομα τον έλεγχό της. Μάλιστα, οι δύο πανδημίες «συναντήθηκαν» με τον πιο μοιραίο τρόπο, πυροδοτώντας η μία την άλλη, αφού, σύμφωνα με έρευνα του ECDC, η νόσος της παχυσαρκίας είναι βασικός επιβαρυντικός παράγοντας για την εμφάνιση της νόσου COVID-19, καθώς και για τη σοβαρή ή και θανατηφόρο έκβασή της.
Η διάγνωσή της αφορά έναν στους πέντε ενήλικες (20%) στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αν προστεθούν και οι υπέρβαροι, τότε περίπου το 50% των ενηλίκων έχει βάρος -και λίπος- πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα. Στον ανδρικό πληθυσμό καταγράφεται μεγαλύτερο ποσοστό παχυσαρκίας απ’ ό,τι στον γυναικείο. Ωστόσο, η παχυσαρκία στις γυναίκες αυξάνεται απότομα μετά την εμμηνόπαυση.
Η νόσος πλήττει και τα παιδιά, με το 21% των παιδιών προσχολικής ηλικίας να είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 41% στα παιδιά ηλικίας 10-12 ετών.
Ωστόσο, η παχυσαρκία είναι πρόβλημα δημόσιας υγείας παγκοσμίως, με τις έρευνες να αποτυπώνουν τετραπλάσια επίπτωση της νόσου τις τελευταίες δεκαετίες. Χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα έχουν διπλασιάσει το ποσοστό των παχύσαρκων κατοίκων τους από 2% στο 5%, ποσοστά που μεταφράζονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια άτομα με αυτή τη νόσο.

«Η παχυσαρκία δεν είναι η αύξηση του σωματικού βάρους, όπως λανθασμένα θεωρείται ευρέως. Είναι η υπερβολική συσσώρευση λίπους στο σώμα, η οποία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι πιθανό να επιφέρει επιπτώσεις στην υγεία», εξηγεί ο κ. Ευθύμιος Καπάνταης, Ειδικός Παθολόγος με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη, Διευθυντής Τμήματος Διαβήτη – Παχυσαρκίας – Μεταβολισμού στο METROPOLITAN και Πρόεδρος της Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας Παχυσαρκίας. Η διάγνωση της παχυσαρκίας γίνεται με τον υπολογισμό του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Υπολογίζεται με βάση το ύψος του ατόμου και το βάρος του σε δεδομένη στιγμή. Ενα άτομο χαρακτηρίζεται ως υπέρβαρο όταν ο ΔΜΣ είναι μεταξύ 25-30, ενώ χαρακτηρίζεται παχύσαρκο όταν ο ΔΜΣ είναι ≥30.

 

Κατά το πρώτο τρίμηνο από τη χορήγηση αγωγής το άτομο πρέπει να χάσει έως το 5% του βάρους του, ειδάλλως η θεραπεία διακόπτεται. Κατά τη διάρκεια της απώλειας βάρους ο ασθενής εκπαιδεύεται ώστε να υιοθετήσει ωφέλιμες συνήθειες.

 

Τα νοσήματα που συνοδεύουν την παχυσαρκία
Το «βάρος» της παχυσαρκίας δεν αποτυπώνεται στη ζυγαριά, αλλά στις συννοσηρότητες που επιφέρει. «Πρόκειται για πολυσυστηματική νόσο. Προσβάλλει δηλαδή πολλούς ιστούς και πολλά όργανα. Η παχυσαρκία συνδέεται με 200 συννοσηρότητες, αλλά οι βασικές είναι 25. Μεγάλη είναι η συσχέτιση με την εμφάνιση τουλάχιστον 12 μορφών καρκίνου, όπως χοληφόρων αγγείων, νεφρού, οισοφάγου και αιματολογικών καρκίνων. Επειδή η επιβάρυνση του οργανισμού γίνεται με πολύ αργό ρυθμό, αυτό λειτουργεί και παραπλανητικά. Φαίνεται η κατάσταση αναστρέψιμη ή υπό έλεγχο. Και δύσκολα τρομάζει όπως ο καρκίνος ώστε να οδηγήσει σε αλλαγές», λέει ο κ. Καπάνταης. Υπέρταση, υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης, υπερλιπιδαιμία, καρδιαγγειακά νοσήματα και ιδίως καρδιακή ανεπάρκεια, υπνική άπνοια, άσθμα, οστεοαρθρίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και καρκίνος είναι κάποια από τα νοσήματα που συνοδεύουν την παχυσαρκία.
Ιδίως σε ό,τι αφορά τα παιδιά, το πλεόνασμα βάρους και λίπους λειτουργεί σαν βραδυφλεγής βόμβα, καθώς, όπως εξηγεί ο κ. Καπάνταης, «τα παχύσαρκα παιδιά έως 12 χρόνων θα επιβαρυνθούν αργά και δραματικά από τις συνοδές ασθένειες της παχυσαρκίας μέσα στα επόμενα 30 χρόνια της ζωής τους και θα βρεθούν αντιμέτωπα ως ενήλικες, στη δεκαετία των 40, με προβλήματα υγείας».

Τα αίτια
Η αιτιολογία της παχυσαρκίας είναι πολυπαραγοντική. Γενικά, θεωρείται αποτέλεσμα της αυξημένης θερμιδικής πρόσληψης σε συνδυασμό με τον καθιστικό τρόπο ζωής, που μάλιστα έχει ενταθεί λόγω της πανδημίας, των περιοριστικών μέτρων, της τηλεκπαίδευσης και της τηλεργασίας. «Εχει αλλάξει δραματικά ο τρόπος ζωής. Βρίσκουμε εύκολα και γρήγορα θερμιδογόνο και βλαπτική τροφή. Οδηγούμαστε σε υπερκατανάλωση. Εχει περιοριστεί πολύ η κίνησή μας, από τα ασανσέρ και τις κυλιόμενες σκάλες μέχρι τα χειριστήρια για τις συσκευές μέσα στο σπίτι, όλα οδηγούν στον περιορισμό της κίνησης. Επίσης, το καθημερινό αυξημένο στρες μάς επιβαρύνει πολύ», εξηγεί τον βασικό λόγο της εκτίναξης των περιστατικών παχυσαρκίας ο κ. Καπάνταης.
Ο ρόλος της οικογένειας είναι σημαντικός στην εμφάνιση της νόσου. Ερευνες έχουν δείξει ότι ένα παιδί έχει πιθανότητες 10% να γίνει παχύσαρκο αν οι γονείς του έχουν φυσιολογικό βάρος, 50% πιθανότητες αν ο ένας από τους γονείς είναι παχύσαρκος και 80% αν και οι δύο είναι παχύσαρκοι. «Η κληρονομική προδιάθεση για την εμφάνιση της παχυσαρκίας δεν βρίσκει επιστημονικό έρεισμα. Τα παιδιά παχύσαρκων γονέων γίνονται προοδευτικά παχύσαρκα, γιατί καταναλώνουν τις ίδιες τροφές και είναι εκτεθειμένα στις ίδιες διαιτητικές συνήθειες με τους γονείς τους», λέει ο ειδικός.
Η παχυσαρκία συχνά συνοδεύεται από σύνδρομα όπως ο υποθυρεοειδισμός, ο υπογοναδισμός, ο υποφυσισμός και το σύνδρομο Cushing, αλλά δεν αποτελεί πρωτεύοντα χαρακτήρα των συνδρόμων αυτών. Γενικά, η ενδοκρινική αιτιολογία της παχυσαρκίας είναι σπάνια. Σε κάποιες περιπτώσεις, μεταβολικά σύνδρομα που οδηγούν στην παχυσαρκία διαγιγνώσκονται από τους πρώτους μήνες ζωής του παιδιού και παρακολουθούνται με την καθοδήγηση παιδιάτρου και εξειδικευμένου επιστήμονα.

 

Η Ελλάδα κατέχει αρνητική πρωτιά στην Ευρώπη καταγράφοντας τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας ανηλίκων.

 

Η αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση του προβλήματος που συνιστά η παχυσαρκία έχει τρεις κατευθύνσεις.
Η πρώτη είναι η πρόληψη, που σημαίνει συνεχή εκπαίδευση στην υγιεινή διατροφή και τη συχνή σωματική άσκηση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Δημόσια Υγεία 2021-2025 υλοποιούνται δράσεις για την υιοθέτηση υγιεινών διατροφικών συνηθειών, ωστόσο η χώρα μας επιχειρεί νηπιακά βήματα σε αυτό το πεδίο.
Το δεύτερο βήμα είναι η μείωση του βάρους. Κάθε προσπάθεια να προσεγγίσει ένας υπέρβαρος ή παχύσαρκος το φυσιολογικό βάρος είναι πολύ σημαντική. Η απώλεια δέκα κιλών μειώνει κατά 20% τον κίνδυνο θανάτου, έως 37% τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, κατά 60% τον κίνδυνο σακχαρώδους διαβήτη, κατά τουλάχιστον δύο βαθμούς την αρτηριακή πίεση και κατά 30% τα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων.
Η τρίτη κατεύθυνση αφορά τη διατήρηση του απολεσθέντος βάρους.
«Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας προϋποθέτει ιατρικές οδηγίες. Το άτομο με παχυσαρκία θα λάβει από ομάδα ειδικών οδηγίες για διατροφή και σωματική άσκηση. Οπως για κάθε νόσο υπάρχουν φάρμακα, έτσι υπάρχουν και για την παχυσαρκία. Τα φάρμακα συνταγογραφούνται και δίνονται με σύνεση. Ενδείκνυνται όταν ο ΔΜΣ είναι >30 ή >27, όταν συνυπάρχουν σοβαρές παθήσεις, η έκβαση των οποίων επηρεάζεται από τη δραστική απώλεια βάρους. Επίσης, πρέπει να έχει προηγηθεί αποτυχημένη προσπάθεια διατροφής και άσκησης από τα άτομα. Υπό προϋποθέσεις, μπορεί να διενεργηθεί επέμβαση βαριατρικής χειρουργικής. Κάθε περίπτωση παχύσαρκου ατόμου είναι μοναδική, συνεπώς εξατομικευμένη και η αντιμετώπισή της», εξηγεί ο κ. Καπάνταης.

Η βαριατρική χειρουργική
«Οσοι φτάνουν σε μας έχουν προσπαθήσει πολύ. Προτού φτάσουν να κουβαλούν πάνω από 40 κιλά βάρους για κάθε τετραγωνικό μέτρο του σώματός τους, έχουν διανύσει μια μακρά πορεία για να αντιμετωπίσουν το “βαρύ” πρόβλημά τους. Η βαριατρική χειρουργική είναι η μόνη θεραπεία για τη νοσογόνο παχυσαρκία», εξηγεί ο κ. Ευάγγελος Μενενάκος, καθηγητής Χειρουργικής του ΕΚΠΑ. «Δεν πρόκειται για μια χειρουργική επέμβαση απώλειας βάρους. Είναι μια απόφαση ζωής που θα λάβει το παχύσαρκο άτομο για να βελτιώσει την υγεία του, να βρει τον σωματότυπο και την εικόνα του, να έχει καλύτερη προσωπική και επαγγελματική ζωή. Είναι μια βαριά επέμβαση, όμως βαριά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι η νοσογόνος παχυσαρκία», προσθέτει. Η Ε’ Χειρουργική Κλινική την οποία διευθύνει είναι Κέντρο Αναφοράς και Εκπαίδευσης – διαχειρίζεται περίπου 250 περιστατικά τον χρόνο.
Για να υποβληθεί κάποιος σε βαριατρική επέμβαση πρέπει να έχει ΔΜΣ ≥ 35 με συνοδό νόσημα ή ≥ 40. Χρειάζονται επίσης γαστροσκόπηση και γνωμάτευση από χειρουργό, ειδικό παθολόγο ή ενδοκρινολόγο (ότι δεν υπάρχει ενδοκρινικό νόσημα) και ψυχίατρο (ότι δεν υπάρχει ενεργός ψυχική νόσος). Υποβάλλεται σχετικό αίτημα στον ΕΟΠΥΥ και ειδική επιτροπή αξιολογεί τα περιστατικά και εγκρίνει τις επεμβάσεις και την αποζημίωσή τους. Οπως εξηγεί ο κ. Μενενάκος, «πλέον λαπαρασκοπικά έχει απλοποιηθεί η επέμβαση, αλλά έχει δυσκολίες. Ακολουθούνται διάφορες τεχνικές και μέθοδοι, είτε για να περιορίσουν τη χωρητικότητα του στομάχου είτε για να δυσχεράνουν τη δίοδο των τροφών στο έντερο, είτε συνδυασμός τους. Επειτα από 4-5 ημέρες ο ασθενής βρίσκεται σπίτι του, αλλά η περίοδος προσαρμογής είναι μακρά. Θα έχει ναυτίες, παλινδρόμηση, αίσθηση περίεργη στο πεπτικό σύστημα και παράλληλα θα πρέπει να εκπαιδεύεται σε υγιεινές συνήθειες διατροφής και δραστηριότητας. Είναι σημαντικό να γνωρίζει καλά ο ασθενής τι τον περιμένει. Οπως ότι τον πρώτο μήνα θα χάσει 10-15 κιλά και το πρώτο έτος 60-70 κιλά. Με συνειδητοποιημένους ασθενείς και καλούς, ενημερωμένους και ευθείς γιατρούς θα διανυθεί ομαλά η διαδρομή. Οι επιπλοκές, όπως σε όλες τις ιατρικές πράξεις, είναι αναμενόμενες, εκτιμώνται σε ποσοστό 2%-4%. Αλλά επίσης στη γλώσσα των ποσοστών ας κρατήσουμε ότι η δίαιτα στους παχύσαρκους έχει επιτυχία 2%, ενώ η βαριατρική χειρουργική 70%».

Βαρύ ψυχικό φορτίο
«Η παχυσαρκία επιβαρύνεται σημαντικά από τον ψυχολογικό παράγοντα – η ενασχόληση με την τροφή χαρακτηρίζεται από έντονα συναισθήματα, σκέψεις και συμπεριφορές», εξηγεί η κυρία Μαρία Παπαδάκη, Ψυχολόγος, ΜSc, Συνεργάτις στο Metropolitan General, και συνεχίζει: «Από τη βρεφική ηλικία η τροφή κατέχει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Μαθαίνουμε να ταυτίζουμε την ανάγκη για τροφή με το αίσθημα ασφάλειας και συναισθηματικής κάλυψης. Δημιουργείται έτσι μια εξαρτημένη αντίδραση, που καθορίζει τις συναισθηματικές στάσεις και τις διατροφικές συνήθειες.
Ο άνθρωπος που έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεν έχει καλή εικόνα του εγώ του, νιώθει ανασφάλεια, βιώνει απόρριψη από το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον του καταφεύγει σε υπερφαγία. Η ματαίωση που μπορεί να νιώθει κάποιος σε αδυναμία εκπλήρωσης προσωπικών στόχων, στην ελλιπή σεξουαλική ικανοποίηση υποκαθίσταται από την υπερβολική κατανάλωση τροφής. Ο άνθρωπος που πάσχει από παχυσαρκία κυριεύεται από την αλεξιθυμία. Αδυνατεί να αναγνωρίσει, να κατανοήσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του. Αυτή την αδυναμία την καλύπτει με την τροφή είτε ως κάλυψη του συναισθηματικού κενού, είτε ως αυτοτιμωρία.
Στη σημερινή εποχή κυριαρχεί το φαινόμενο body shaming, δηλαδή αρνητικά και επικριτικά σχόλια για το βάρος και το σώμα, κυρίως στα social media. Το φαινόμενο σχετίζεται με την εργαλειοποίηση και την εμπορευματοποίηση του σώματος. Οι επιπτώσεις του είναι σοβαρές για την ψυχική υγεία. Επιδεινώνεται η κατάσταση ανθρώπων με διατροφικές διαταραχές, ενώ οι παχύσαρκοι επιβεβαιώνουν την αρνητική εικόνα του εαυτού τους».

 

Το θέμα δημοσιεύθηκε στο τεύχος νο7 του περιοδικού ygeiamou που κυκλοφόρησε με το ΤΟ ΘΕΜΑ της Κυριακής 22/5/2022



Απόρρητο Απόρρητο