Η ατμόσφαιρα δεν μεταφέρει μόνο σκόνη και ρύπους. Αποτελεί «λεωφόρος» και μικροπλαστικών, τα οποία μπορούν να εισπνευστούν και να κατακαθίσουν σε ωκεανούς ή εδάφη ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές. Νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, που δημοσιεύθηκε στο Nature, επιχειρεί να αποτυπώσει ποια είναι η «ζυγαριά» των πηγών – και καταλήγει ότι, σε αριθμό σωματιδίων, η ξηρά έχει σαφώς το πάνω χέρι.

Τα μικροπλαστικά στον αέρα μπορεί να προέρχονται από «πρωτογενείς» πηγές (όπως η τριβή ελαστικών ή οι υφαντικές ίνες) αλλά και από επαναιώρηση ήδη μολυσμένου εδάφους ή νερού. Μέχρι σήμερα, σε αρκετές εκτιμήσεις, ο ωκεανός παρουσιαζόταν συχνά ως βασική πηγή. Όμως, οι νέοι υπολογισμοί ανατρέπουν αυτή την εικόνα.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές συγκέντρωσαν 2.782 επιμέρους μετρήσεις μικροπλαστικών στην ατμόσφαιρα από τη διεθνή βιβλιογραφία και τις συνέκριναν με προσομοιώσεις ενός μοντέλου μεταφοράς που βασιζόταν σε 3 υπάρχουσες εκτιμήσεις εκπομπών. Η σύγκριση έδειξε ότι το μοντέλο «έβλεπε» υπερβολικά πολλά μικροπλαστικά: υπερεκτιμούσε τόσο τις συγκεντρώσεις όσο και την εναπόθεση στην επιφάνεια της Γης, πάνω από ξηρά και θάλασσα. Με βάση αυτή τη συστηματική απόκλιση, η ομάδα αναπροσάρμοσε τις εκπομπές ξεχωριστά για χερσαίες και ωκεάνιες πηγές, ώστε οι προσομοιώσεις να ταιριάζουν καλύτερα με τις πραγματικές μετρήσεις.

«Πάνω από 20 φορές περισσότερα» σωματίδια από την ξηρά

Μετά την αναθεώρηση, το βασικό συμπέρασμα ήταν καθαρό: η ξηρά φαίνεται να εκπέμπει πάνω από 20 φορές περισσότερα μικροπλαστικά σωματίδια από ό,τι ο ωκεανός. Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διευκρίνιση: άλλο ο αριθμός σωματιδίων και άλλο η μάζα. Η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, Ιωάννα Ευαγγέλου, σημείωσε πως «η εκπεμπόμενη μάζα είναι στην πραγματικότητα υψηλότερη στον ωκεανό από ό,τι στην ξηρά, κάτι που οφείλεται στο μεγαλύτερο μέσο μέγεθος των ωκεάνιων σωματιδίων».

Με άλλα λόγια: το έδαφος «αποβάλλει» περισσότερα κομμάτια, αλλά η θάλασσα πιο βαριά/μεγάλα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που η μελέτη επιχειρεί να «διορθώσει» τις παλιότερες υπερεκτιμήσεις, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι οι αβεβαιότητες παραμένουν μεγάλες. Ειδικά για το ποιο ποσοστό προέρχεται από την κυκλοφορία/ελαστικά έναντι άλλων πηγών και για την κατανομή του μεγέθους των σωματιδίων (που επηρεάζει άμεσα και την εκτίμηση της μάζας του πλαστικού).

«Η κατάσταση των δεδομένων δεν είναι ακόμη ικανοποιητική και εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες. Η κατανομή του μεγέθους των σωματιδίων είναι εξίσου (πολύ) ρευστή, και ως εκ τούτου το συνολικό ποσό πλαστικού που μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα» καταλήγει ο Andreas Stohl, κύριος συγγραφέας της μελέτης.

Τι (δεν) ξέρουμε για τα μικροπλαστικά στο ανθρώπινο σώμα

Αν και η παρουσία μικροπλαστικών στο περιβάλλον τεκμηριώνεται όλο και καλύτερα, η εικόνα για το πόσα βρίσκονται στον ανθρώπινο οργανισμό παραμένει πολύ πιο θολή. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις μεθόδους ανίχνευσης: τα σωματίδια είναι εξαιρετικά μικρά και δύσκολα μετρώνται άμεσα σε ιστούς.

Επιστολή στο Nature Medicine άσκησε κριτική σε μελέτη του ίδιου περιοδικού, η οποία είχε υποστηρίξει ότι αυξάνονται οι ποσότητες μικροπλαστικών στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η επιστολή ανέδειξε «μεθοδολογικές προκλήσεις», όπως ανεπαρκείς έλεγχοι για επιμόλυνση και έλλειψη σταδίων επικύρωσης των ευρημάτων.

Μία από τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται συχνά είναι η πυρόλυση: τα δείγματα ιστών θερμαίνονται ώστε να παραχθούν αέρια, τα οποία στη συνέχεια αναλύονται με χρωματογραφία και φασματοσκοπία μάζας. Όμως, εδώ υπάρχει μια κρίσιμη παγίδα: ορισμένες χημικές ουσίες που προκύπτουν από την αποδόμηση πλαστικών όπως το PVC και το PET μπορούν να παραχθούν και από λιπαρά συστατικά των ανθρώπινων ιστών. Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς αυστηρούς ελέγχους, υπάρχει κίνδυνος «ψευδώς θετικών» ενδείξεων. Σχετική μελέτη στο Environmental Science & Technology είχε επισημάνει ότι σε 18 εργασίες που ανίχνευαν μικροπλαστικά σε ανθρώπινα δείγματα, δεν είχε ληφθεί επαρκώς υπόψη ο κίνδυνος ψευδών αποτελεσμάτων λόγω πυρόλυσης λιπών.

Άλλη βασική πηγή «σφάλματος» είναι η επιμόλυνση: πλαστικά από αναλώσιμα υλικά, εργαστηριακό εξοπλισμό ή ακόμη και από τον αέρα μπορούν να «μπουν» στα δείγματα και να αλλοιώσουν τις μετρήσεις. Γι’ αυτό θεωρούνται κρίσιμα τα δείγματα ελέγχου, που συλλέγονται στο ίδιο περιβάλλον χωρίς ιστό, ώστε να διαπιστωθεί τι «θόρυβος» εισάγεται στη διαδικασία.

Συμπέρασμα

Παρά τις επιμέρους αμφισβητήσεις, η γενική εικόνα δεν αμφισβητείται: μικροπλαστικά μπορούν να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω κατάποσης ή εισπνοής. Αυτό που τονίζουν οι ερευνητές είναι ότι χρειάζονται καλύτερες αναλυτικές τεχνικές και, κυρίως, κοινά πρότυπα/πρωτόκολλα για αξιόπιστες μετρήσεις σε βιολογικά δείγματα, ώστε τα ευρήματα να είναι συγκρίσιμα και αναπαράξιμα.

Διαβάστε επίσης

Μικροπλαστικά: Ο νο1 «αόρατος» κίνδυνος που καταλήγει στο πιάτο μας – Ποιος είναι ο δεύτερος επικίνδυνος ρύπος

Παίρνετε καφέ απ’ έξω; Μαζί του πίνετε και χιλιάδες μικροπλαστικά – Το ποτήρι κάνει τη διαφορά

Εννέα τρόφιμα που (δεν φανταζόσασταν ότι) είναι γεμάτα μικροπλαστικά – Tips προστασίας