Η ψωρίαση έφερε άδικα, επί πολλές δεκαετίες ένα «στίγμα» λόγω της ονομαστικής ομοιότητάς της με την ψώρα, με την οποία πάντως δεν έχει καμία σχέση. Η ψωρίαση είναι μία χρόνια, μη μεταδοτική φλεγμονή του δέρματος με εξάρσεις και υφέσεις εξανθήματος, το οποίο παράγει πολλή απολέπιση αλλά δεν προκαλεί σε όλους κνησμό.

Υπολογίζεται ότι από ψωρίαση πάσχει το 4 – 8 % του πληθυσμού στο βόρειο ημισφαίριο. Είναι ενδιαφέρον ότι σε κάποιες φυλές ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής η ψωρίαση παραμένει άγνωστη. Το ποσοστό των ανθρώπων που τελικά αναζητά τη βοήθεια του ειδικού Δερματολόγου στο βόρειο ημισφαίριο, υπολογίζεται σε 1,5 – 2,5%.

Φαίνεται ότι για τους υπόλοιπους ασθενείς η παρουσία της νόσου στο δέρμα τους είναι πολύ μικρή και δεν τους ενοχλεί. Όμως, από αυτούς που επισκέπτονται τα δερματολογικά ιατρεία πολλοί εμφανίζουν έντονες και μεγάλες «πλάκες» (χαρακτηριστικές του εξανθήματος) με συνακόλουθη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους.

Η ψωρίαση μπορεί να επιδεινωθεί από μεταβολές του περιβάλλοντος (π.χ. από φθινόπωρο προς χειμώνα), από έντονο ψυχικό στρες κ.ά. Αντίθετα, η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (με μέτρο) είναι ευνοϊκή. Η ηλικία πρώτης εμφάνισης της νόσου ποικίλει και τα δυο φύλα προσβάλλονται σχεδόν εξίσου συχνά.

Αιτιολογία

Πρόκειται για αυτοάνοσο νόσημα που το χαρακτηρίζει και κάποιος βαθμός κληρονομικότητας. Στα αυτοάνοσα νοσήματα το αμυντικό (ανοσολογικό) σύστημα στρέφεται ανεξήγητα εναντίον κυττάρων του ίδιου του οργανισμού με αποτέλεσμα την ανάπτυξη φλεγμονής και τη δημιουργία φθοράς των «στοχευμένων» κυττάρων.

Στην ψωρίαση, «στόχος» είναι τα κύτταρα της επιδερμίδας και εκτός από το δέρμα μπορεί να προσβληθούν το τριχωτό της κεφαλής και τα νύχια.

Κλινικές μορφές

Ανάλογα με την εντόπιση και κάποια άλλα χαρακτηριστικά του εξανθήματος, η ψωρίαση κατατάσσεται σε διάφορες μορφές όπως: η κοινή/κατά πλάκας μορφή (η πιο συχνή), η σταγονοειδής μορφή, η παλαμών – πελμάτων, η φλυκταινώδης μορφή, το γενικευμένο ερυθρόδερμα κ.ά.

Συνύπαρξη με άλλες παθήσεις («συννοσηρότητες»)

Κατά τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται αυξανόμενος αριθμός αυτοάνοσων παθήσεων που συνυπάρχουν με την ψωρίιαση στον ίδιο ασθενή. Αυτό έχει μία στατιστική και διερευνητική σημασία και σημαίνει ότι κάθε ασθενής με ψωρίαση έχει λίγο μεγαλύτερες πιθανότητες από τον μέσο πληθυσμό να εκδηλώσει και κάποια απ’ αυτές τις παθήσεις.

Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση όπου η ψωρίαση συνυπάρχει με «οροαρνητική» αρθρίτιδα, δηλαδή με φλεγμονές των αρθρώσεων συνοδευόμενες από αρνητικό ορολογικό έλεγχο στο το αίμα. Πρόκειται για την ονομαζόμενη «ψωριασική αρθρίτιδα». Συνύπαρξη ψωρίασης με οροαρνητρική αρθρίτιδα παρατηρείται στο 10 – 30% των ψωριασικών σύμφωνα με την τρέχουσα διεθνή βιβλιογραφία. Παρά την προσπάθεια ορισμένων ερευνητικών κέντρων να επιβάλλουν τη μετονομασία της ψωρίασης σε ψωριασική αρθρίτιδα, αυτό δεν έχει τελικά επικρατήσει και η ψωρίαση διατηρεί, δίκαια, την «αυτονομία» της.

Επίσης, είναι πλέον παραδεκτό ότι ασθενείς με ψωρίαση έχουν αυξημένες πιθανότητες να εκδηλώσουν κάποια από ή όλα τα χαρακτηριστικά του λεγόμενου «μεταβολικού συνδρόμου», όπως σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, αύξηση χοληστερολης/ τριγλυκεριδίων και σταεφανιαία νόσο. Είναι επομένως απαραίτητη η καθοδήγηση των ψωριασικών ασθενών ώστε να κάνουν επιμελώς τακτικούς ελέγχους (check up).

Συναισθηματική ιδιαιτερότητα

Ο ψωριασικός ασθενής είναι συχνά απογοητευμένος και με ιδιαίτερες ευαισθησίες που οφείλονται στη χρονιότητα της νόσου του και στο γεγονός ότι συχνά το εξάνθημα εντοπίζεται σε σημεία ορατά από τους ανθρώπους του επαγγελματικού και γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντός του. Τα ανωτέρω συνθέτουν μία αξιοπρόσεκτη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του πάσχοντα και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν ο θεράπων δερματολόγος οργανώνει την αντιμετώπιση του προβλήματος του ασθενούς του. Σε κάποιους από τους ασθενείς η ψυχολογική υποστήριξη είναι πολύ ανακουφιστική.

Θεραπευτικές επιλογές

  • Τοπική αγωγή: Στηρίζεται στη μακροχρόνια χρήση σκευασμάτων κορτιζόνης, καλσιποτριόλης, παραγώγων πίσσας και προϊόντων ενυδάτωσης του δέρματος. Σε ήπιες περιπτώσεις είναι η καλύτερη επιλογή.
  • Φωτοθεραπείες (PUVA, στενού φάσματος UVB).
  • Από του στόματος ή ενέσιμη ανοσορρυθμιστική αγωγή: Σκοπός της είναι η επίτευξη ύφεσης. Ανάλογα με τη βαρύτητα της κατάστασης και τη γενικότερη κατάσταση του ασθενούς επιλέγονται φάρμακα όπως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη κ.α. Συχνά η δράση τους είναι πολύ επιτυχής. Η χορήγησή τους, όμως, απαιτεί τακτικούς εργαστηριακούς ελέγχους και επισκέψεις στον θεράποντα Δερματολόγο λόγω της συχνής εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Βιολογικοί παράγοντες: Τα νεότερα, επιτυχέστερα και ασφαλέστερα «όπλα» στην προσπάθεια για την επίτευξη μακροχρόνιας ύφεσης. Δεν είναι ανοσορρυθμιστικά φάρμακα. Πρόκειται για μονοκλωνικά αντισώματα ή άλλες, συναφούς τύπου ουσίες. Δρουν «στοχευμένα» κατά ουσιών που (με βάση τα νεότερα δεδομένα) έχουν ρόλους – κλειδιά στην ανάπτυξη της φλεγμονής. Η «στοχευμένη» δράση εγγυάται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όπως και ελάχιστες και σπάνιες παρενέργειες κάνοντας σχεδόν απόλυτα ασφαλή τη χορήγηση των βιολογικών παραγόντων. Η χορήγηση των περισσοτέρων γίνεται με υποδόριες ενέσεις που εύκολα μαθαίνουν να κάνουν οι ασθενείς μόνοι στο σπίτι τους. Απαραίτητη είναι μία τακτική επίσκεψη στον θεράποντα δερματολόγο.

Tips

· Η ψωρίαση είναι νόσος από την οποία θα μπορούσε να προσβληθεί ο καθένας/καθεμιά ανεξάρτητα από καταγωγή και κοινωνικοοικονομικό status.

· Η ψωρίαση δεν είναι μεταδοτική

· Ο/η ασθενής με ψωρίαση έχει ένα λόγο περισσότερο να είναι συνεπής στο τακτικό του check up.

· Στην αντιμετώπιση της ψωρίασης έχουμε πλέον γυρίσει σελίδα χάρη στους βιολογικούς παράγοντες.